Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ►Μεταφρασμένα κείμενα Λευκάδιου Χερν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ►Μεταφρασμένα κείμενα Λευκάδιου Χερν. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου 2015

Το Ποτάμι του Ουρανού

Αγαπητοί φίλοι, κοιτάζοντας αυτή τη φωτογραφία ήρθε στον νου μου ένα κείμενο του Λευκάδιου Χερν από το Κοττό που μιλάει για τις πυγολαμπίδες και για το μεγαλειώδες θέαμα της μάχης των πυγολαμπίδων που έκανε τον ποταμό Ούτζι να μοιάζει με τον Γαλαξία.


Hotaru Ika (firefly squids), Japan
Photo from "Bright Side"

[...] Σήμερα o τόπος που φημίζεται πιο πολύ για τις πυγολαμπίδες του βρίσκεται κοντά στο Ούτζι, στο Γιαμασιρό. Το Ούτζι, μια όμορφη μικρή πόλη στη μέση της ονομαστής τεϊοπαραγωγού περιοχής, βρίσκεται πάνω στον Ουτζιγκάουα και όσο γνωστό είναι για το τσάι του, άλλο τόσο φημίζεται για τις πυγολαμπίδες του. Κάθε καλοκαίρι τα τρένα με έκτακτα δρομολόγια από το Κυότο και την Όσακα μεταφέρουν χιλιάδες επισκέπτες, που πηγαίνουν στο Ούτζι για να δουν τις πυγολαμπίδες.
Αλλά μόνο από ένα συγκεκριμένο σημείο στο ποτάμι, που απέχει κάμποσα χιλιόμετρα από την πόλη, μπορεί κανείς να θαυμάσει το μεγαλειώδες θέαμα, το χοτάρου-κάσσεν ή «μάχη των πυγολαμπίδων». Το ποτάμι στριφογυρίζει ανάμεσα στους κατάφυτους λόφους και μυριάδες πυγολαμπίδες χιμάνε από τις δύο όχθες για να συναντηθούν και να σφιχταγκαλιαστούν πάνω από το νερό. Στιγμές στιγμές μαζεύονται τόσες πολλές, που σχηματίζουν κάτι που στο μάτι φαίνεται σαν φωτεινό σύννεφο ή σαν γιγάντια μπάλα από σπίθες. Το σύννεφο σκορπίζεται γρήγορα ή η μπάλα πέφτει και σπάζει πάνω στην επιφάνεια του νερού και οι πεσμένες πυγολαμπίδες λάμποντας παρασέρνονται μακριά· γρήγορα όμως ένα καινούργιο σμήνος συγκεντρώνεται στο ίδιο σημείο. Οι άνθρωποι περιμένουν όλη τη νύχτα στο ποτάμι μέσα στις βάρκες, για να δουν το φαινόμενο. Αφού γίνει το χοτάρου-κάσσεν, ο Ουτζιγκάουα σκεπασμένος με τα έντομα που στροβιλίζονται λάμποντας ακόμα, λέγεται ότι μοιάζει με τον Γαλαξία, τον οποίο οι Ιάπωνες αποκαλούν πιο ποιητικά Ποτάμι του Ουρανού. 
Ίσως ένα τέτοιο θέαμα να παρακολούθησε η μεγάλη ποιήτρια Τσιγιό από το Κάγκα, προτού γράψει:
Κάουα μπακαρί,
Γιαμί ουά ναγκαρετέ;
Χοτάρου κανά!
Είναι μονάχα το ποτάμι ή μήπως είναι το σκοτάδι το ίδιο που το παρασέρνουν τα νερά; Ω, οι πυγολαμπίδες! [...]

Από το Κοττό, κεφ. «Πυγολαμπίδες»
Copyright© Τέτη Σώλου, 2014
All rights reserved

Τρίτη 25 Αυγούστου 2015

Ο τραγουδιστής του καλοκαιριού

Το ελληνικό καλοκαίρι είναι συνδεδεμένο με το τερέτισμα, το ερωτικό τραγούδι των τζιτζικιών. Αυτά τα παράξενα πλάσματα της φύσης είχαν μαγέψει τους Έλληνες και τους Ιάπωνες του παλιού καιρού. Αφού περάσουν 17 ολόκληρα χρόνια μέσα στη γη σαν νύμφες, εμφανίζονται στο φως του καλοκαιριού, τραγουδάνε για να προσελκύσουν το ταίρι τους, γεννάν και ύστερα από τη σύντομη ζωή τους πέφτουν νεκρά στο χώμα.
Η φιλοσοφία της Ανατολής βλέπει μια μυστηριακή σχέση ανάμεσα στα έντομα και στα πνεύματα.  Ο Λευκάδιος Χερν στο δοκίμιό του για τα γκάκι, που περιλαμβάνεται στο βιβλίο Κοττό, αναφέρει πολλά και θαυμαστά για τα έντομα. Τα λεπτεπίλεπτα όργανά τους δίνουν πληροφορίες στον εγκέφαλο τους για πράγματα άγνωστα στις ανθρώπινες αισθήσεις, όπως ορατότητα του μαγνητισμού, οσμή του φωτός, γεύση του ήχου.
Τελειώνοντας το δοκίμιό του γράφει:

[...] Εδώ που τα λέμε δεν έχω καταφέρει να πείσω τον εαυτό μου ότι είναι στ’ αλήθεια ανυπολόγιστο προνόμιο να ξαναγεννηθώ σαν ανθρώπινη ύπαρξη. 

Σκέφτομαι όμως ότι πιο πολύ θα μου άρεσε να είμαι ένας τζίτζικας –ένας μεγάλος, τεμπέλης τζίτζικας, που χουζουρεύει στα ανεμοδαρμένα δέντρα, πίνει δροσοσταλίδες και τραγουδάει από το χάραμα μέχρι το σούρουπο. Βέβαια θα συναντούσα κινδύνους –κινδύνους από γεράκια, κουρούνες και σπουργίτια, κινδύνους από αρπακτικά έντομα, κινδύνους από μπαμπού που άτακτα αγόρια άλειψαν με ιξό. Αλλά σε κάθε κατάσταση ύπαρξης υπάρχουν κίνδυνοι και σε πείσμα αυτών των κινδύνων, φαντάζομαι ότι ο Ανακρέων εξέφρασε κάτι παραπάνω από την αλήθεια στο εγκώμιό του προς τον τζίτζικα: «Ω, εσύ γέννημα της γης, που αγαπάς το τραγούδι, ελεύθερε από πόνους, που έχεις σάρκα χωρίς αίμα, εσύ είσαι σχεδόν ίσος με τους θεούς!». [...]

Στο Shadowings ο Λευκάδιος αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο στα τζιτζίκια. Ανατρέχει στην αρχαία ελληνική γραμματεία και βρίσκει ότι οι ιαπωνικοί στίχοι για τα μελωδικά έντομα είναι εφάμιλλοι. Μας πληροφορεί ωστόσο ότι οι Ιάπωνες ποιητές εξυμνούν το νυχτερινό τραγούδι των τριζονιών παρά των τζιτζικιών.
[...] Υπάρχουν αναρίθμητα ποιήματα για τα τζιτζίκια, αλλά πολύ λίγα είναι εκείνα που εγκωμιάζουν το τραγούδι τους. Βέβαια τα τζιτζίκια που γνωρίζουν οι Έλληνες είναι διαφορετικά. Υπάρχουν μερικές ποικιλίες που είναι πραγματικά μουσικές, αλλά στην πλειοψηφία τους τα τζιτζίκια είναι αφάνταστα θορυβώδη, τόσο θορυβώδη που τα τερετίσματά τους θεωρούνται μία από τις μεγάλες δοκιμασίες μία από τις μάστιγες του καλοκαιριού. [...]

ΣΗΜΕΙΩΣΗ
Ολόκληρη η ωδή «Εἰς τέττιγα» (που αποδίδεται στον Ανακρέοντα, αλλά πιθανόν γράφτηκε από Ρωμαίους μιμητές του) από την οποία ο Λευκάδιος Χερν παρέθεσε τους τέσσερις τελευταίους στίχους και η μετάφρασή της, περιλαμβάνονται στις Σημειώσεις της Μεταφράστριας στο Κοττό και έχουν ως εξής:

Εἰς τέττιγα
Μακαρίζομέν σε, τέττιξ,
ὅτι δενδρέων ἐπ’ ἄκρων
ὀλίγην δρόσον πεπωκώς,
βασιλεὺς ὅπως, ἀείδεις.
Σὰ γάρ ἐστι κεῖνα πάντα,
ὁπόσα βλέπεις ἐν ἀγροῖς,
κὀπόσα φέρουσιν ὧραι.
Σὺ δὲ φίλτατος γεωργοῖς,
σὺ δὲ τίμιος βροτοῖσι,
θέρεος γλυκὺς προφήτης.
Φιλέουσι μέν σε Μοῦσαι,
φιλέει δὲ Φοῖβος αὐτός,
λιγυρὴν δ’ ἔδωκεν οἴμην.
Τὸ δὲ γῆρας οὔ σε τείρει,
σοφέ, γηγενές, φίλυμνε,
ἀπαθές, ἀναιμόσαρκε·
σχεδὸν εἶ θεοῖς ὅμοιος.

Σε μακαρίζουμε, τζίτζικα, που πίνεις λίγη δροσιά και μετά τραγουδάς σαν βασιλιάς στα κλαριά των δέντρων. Γιατί δικά σου είναι όλα όσα βλέπεις στους αγρούς και όσα φέρνουν οι εποχές. Αγαπητός στους γεωργούς, πολύτιμος στους ανθρώπους, είσαι προφήτης του καλοκαιριού γλυκύς. Οι Μούσες σε αγαπούν και ο ίδιος ο Φοίβος που σου έδωσε το μελωδικό τραγούδι. Τα γηρατειά δεν σε καταβάλουν, σοφέ, γέννημα της γης, λάτρη του τραγουδιού, ελεύθερε από πόνους, εσύ που έχεις σάρκα χωρίς αίμα, είσαι σχεδόν όμοιος με τους θεούς.


Κυριακή 3 Μαΐου 2015

Ο Λευκάδιος και οι πυγολαμπίδες

Βρίσκομαι στη Λευκάδα εδώ και αρκετές μέρες για μια σειρά παρουσιάσεων στα Γυμνάσια και Λύκεια του νησιού με θέμα το επάγγελμα του σκιτσογράφου. Οι παρουσιάσεις τελείωσαν με επιτυχία κι εγώ ανακαλύπτω λόγους για να παρατείνω την παραμονή μου στο υπέροχο νησί. Έτσι είχα τη χαρά να γιορτάσω τον ερχομό του Μάη με τους Λευκαδίτες φίλους στον καταπράσινο τόπο και στην καταγάλανη θάλασσα.
Τα παλιά χρόνια οι Λευκαδίτες πήγαιναν να πιάσουν τον Μάη στο Κουζούμπελι ή Γκζούμπελι, (παραφθορά του παλιού ονόματος της περιοχής Κουζούμ μπεη), με τα πανύψηλα πυκνά δέντρα και τις πολλές πυγολαμπίδες. Όμως, ο δημόσιος φωτισμός, τα φώτα των καταστημάτων και των αυτοκινήτων έχουν διώξει τις πυγολαμπίδες από τα μέρη όπου άλλοτε αφθονούσαν και σπάνια τις συναντάει κανείς πια. 
Το βράδυ της Πρωτομαγιάς είδα ξαφνικά στον ήσυχο κήπο ένα χαρούμενο πρασινωπό φως. Μια πυγολαμπίδα! Είχα να δω από παιδί. 
Το μυαλό μου πήγε στον Λευκάδιο Χερν που τόσο όμορφα έχει γράψει για τις πυγολαμπίδες στο «Κοττό». Διαλέγω μια παράγραφο όπου μιλάει για το χοταρού-κασσέν, τη μάχη των πυγολαμπίδων, ένα θέαμα που προσήλκυει επισκέπτες απ' όλη τη χώρα.


«Σήμερα τόπος που φημίζεται πιο πολύ για τις πυγολαμπίδες του βρίσκεται κοντά στο Ούτζι, στο Γιαμασιρό. Το Ούτζι, μια όμορφη μικρή πόλη στη μέση της ονομαστής τεϊοπαραγωγού περιοχής, βρίσκεται πάνω στον Ουτζιγκάουα και όσο γνωστό είναι για το τσάι του, άλλο τόσο φημίζεται για τις πυγολαμπίδες του. Κάθε καλοκαίρι τα τρένα με έκτακτα δρομολόγια από το Κυότο και την Όσακα μεταφέρουν χιλιάδες επισκέπτες, που πηγαίνουν στο Ούτζι για να δουν τις πυγολαμπίδες. Αλλά μόνο από ένα συγκεκριμένο σημείο στο ποτάμι, που απέχει κάμποσα χιλιόμετρα από την πόλη, μπορεί κανείς να θαυμάσει το μεγαλειώδες θέαμα, το χοτάρου-κάσσεν ή «μάχη των πυγολαμπίδων». Το ποτάμι στριφογυρίζει ανάμεσα στους κατάφυτους λόφους και μυριάδες πυγολαμπίδες χιμάνε από τις δύο όχθες για να συναντηθούν και να σφιχταγκαλιαστούν πάνω από το νερό. Στιγμές στιγμές μαζεύονται τόσες πολλές, που σχηματίζουν κάτι που στο μάτι φαίνεται σαν φωτεινό σύννεφο ή σαν γιγάντια μπάλα από σπίθες. Το σύννεφο σκορπίζεται γρήγορα ή η μπάλα πέφτει και σπάζει πάνω στην επιφάνεια του νερού και οι πεσμένες πυγολαμπίδες λάμποντας παρασέρνονται μακριά· γρήγορα όμως ένα καινούργιο σμήνος συγκεντρώνεται στο ίδιο σημείο. Οι άνθρωποι περιμένουν όλη τη νύχτα στο ποτάμι μέσα στις βάρκες, για να δουν το φαινόμενο. Αφού γίνει το χοτάρου-κάσσεν, ο Ουτζιγκάουα σκεπασμένος με τα έντομα που στροβιλίζονται λάμποντας ακόμα, λέγεται ότι μοιάζει με τον Γαλαξία, τον οποίο οι Ιάπωνες αποκαλούν πιο ποιητικά Ποτάμι του Ουρανού. Ίσως ένα τέτοιο θέαμα να παρακολούθησε η μεγάλη ποιήτρια Τσιγιό από το Κάγκα, προτού γράψει:
Κάουα μπακαρί,
Γιαμί ουά ναγκαρετέ;
Χοτάρου κανά!
Είναι μονάχα το ποτάμι ή μήπως είναι το σκοτάδι το ίδιο που το παρασέρνουν τα νερά; Ω, οι πυγολαμπίδες!»

Ο οικοδεσπότης που παρέθετε δείπνο ή κάποια άλλη βραδινή ψυχαγωγία στη διάρκεια του καλοκαιριού, προμηθευόταν μεγάλη ποσότητα πυγολαμπίδων, τις οποίες απελευθέρωνε το βράδυ στον κήπο για ν' απολαύσουν οι καλεσμένοι του το σπινθηροβόλο θέαμα. Οι καλεσμένοι μπορούσαν, αν ήθελαν, να πιάσουν πυγολαμπίδες και να τις βάλουν στα ειδικά κλουβάκια για έντομα.

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

8 Μαρτίου Ημέρα της Γυναίκας


Μεταφράζοντας και διαβάζοντας το «Κοττό», όσο κι αν δεν θέλω να ξεχωρίσω κανένα κομμάτι του, πρέπει να παραδεχτώ ότι το «Ημερολόγιο μιας Γυναίκας» με συγκινεί ιδιαίτερα.



Είναι το ημερολόγιο μιας απλής γυναίκας του Τόκυο, που παντρεύτηκε λίγο πριν τα τριάντα της, και καταγράφει την έγγαμη ζωή της, τις χαρές και τις λύπες, τις σκέψεις και τα συναισθήματά της. Το ημερολόγιο παραχώρησε κάποιος φίλος στον Λευκάδιο Χερν, για να μεταφράσει όσα τμήματα έκρινε πως άξιζε να εκδοθούν. Ο Λευκάδιος επωφελήθηκε από τη μοναδική ευκαιρία να παρουσιάσει στους αναγνώστες της Δύσης την απλή, καθημερινή γυναίκα της Ιαπωνίας. Χειρίζεται το θέμα του Ημερολογίου με ευγένεια και λεπτότητα και με τον θαυμασμό και την αγάπη που τρέφει για τις γυναίκες της Ιαπωνίας.
Ο δυτικός αναγνώστης μπορεί να απορήσει γιατί μια γυναίκα απορροφημένη από τον συνεχή αγώνα για την επιβίωση  μπήκε στον κόπο να γράψει κάτι που προφανώς ποτέ της δεν είχε την πρόθεση να διαβαστεί. Οι Ιάπωνες, όπως εξηγεί ο Λευκάδιος Χερν, διδάσκονται πως η λογοτεχνική σύνθεση είναι το καλύτερο φάρμακο για τη θλίψη. Ακόμα και ανάμεσα στις πολύ φτωχές τάξεις, γράφονται ποίηματα για όλες τις περιστάσεις, χαρούμενες ή τις θλιβερές.

Δεν θέλω να χαλάσω την ομορφιά της πρώτης ανάγνωσης του Ημερολογίου, γι' αυτό παραθέτω την τελευταία παράγραφο των σχολίων του Λευκάδιου πάνω στο ημερολόγιο, που δείχνει τον βαθύ θαυμασμό που είχε για τη Γυναίκα:

[...] Για μένα η μεγαλύτερη σπουδαιότητα αυτής της ταπεινής εκμυστήρευσης της πάλης και της αποτυχίας είναι ότι δεν εκφράζει τίποτα το εξαιρετικό, αλλά κάτι τόσο κοινό στην ιαπωνική ζωή όσο ο καθαρός αέρας και η λιακάδα. Η γενναία απόφαση της γυναίκας να κερδίσει τη στοργή με την υπακοή και την άψογη εκτέλεση του καθήκοντός της, η ευγνωμοσύνη της για κάθε μικρή εξυπηρέτηση, η παιδική ευλάβειά της, η ύψιστη ανιδιοτέλειά της, η βουδιστική ερμηνεία του πόνου ως ποινής για κάποιο λάθος που διαπράχθηκε σε προηγούμενη ζωή, οι προσπάθειές της να γράψει ποίηση, ενώ η καρδιά της κόντευε να σπάσει, όλα αυτά τα βρίσκω συγκινητικά –παραπάνω από συγκινητικά Αλλά δεν τα βρίσκω εξαιρετικά. Τα χαρακτηριστικά που αποκαλύπτονται είναι συνηθισμένα –συνηθισμένα για το φρόνημα των γυναικών του λαού.
Ίσως να μην είναι πολλές οι Ιαπωνίδες από την ίδια χαμηλή τάξη, που μπορούν να εκφράσουν τη χαρά τους και τον πόνο τους γράφοντας τόσο ανεπιτήδευτα και συγκινητικά, αλλά υπάρχουν εκατομμύρια τέτοιες γυναίκες, που έχουν κληρονομήσει από γενεές γενεών αδιαπραγμάτευτης πίστης, την ίδια αντίληψη: η ζωή είναι εξ ίσου χρέος και ικανότητα για ανιδιοτελή αγάπη.



Λευκάδιος και Σέτσου

Κανείς άλλος συγγραφέας δεν ύμνησε την ομορφιά των γυναικών της Ιαπωνίας όσο ο Λευκάδιος Χερν. Η σύζυγός του τού έδωσε το κλειδί με το οποίο άνοιξε την πόρτα της εσωτερικής ομορφιάς της ιαπωνικής ζωής. Κι αυτό το κλειδί δεν ήταν άλλο από την αγάπη.
[...] η λάμψη της αρχαίας ελπίδας –και κάτι από αυτή την ελπίδα εκπληρώθηκε σε πολλές καρδιές με την απλή ομορφιά της ζωής που δεν ζητάει τίποτα για τον εαυτό της και με τη γλυκύτητα της Γυναίκας[...], γράφει στο «Χόραϊ» του Καϊντάν.

Το Ημερολόγιο μιας Γυναίκας
περιλαμβάνεται στο «Κοττό»
Μετάφραση: Τέτη Σώλου
Έκδοση: Ταμείο Παγκόσμιας Κυθηραϊκής Κληρονομιάς, 2014
Αποκλειστική διάθεση: Βιβλιοπωλείο Λεμόνι

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Το χιόνι στην Αθήνα και ο Νταρουμά του Λευκάδιου Χερν

Σήμερα που χιονίζει μέσα στην πόλη, κάθομαι στο παράθυρο κοιτάζω τις νιφάδες που πέφτουν και αναρωτιέμαι αν θα φτιαχτεί ένας «ασημένιος κόσμος», όπως αποκαλούν οι Ιάπωνες το χιονισμένο τοπίο. Μου ήρθε στον νου ένα κείμενο του Λευκάδιου Χερν για τον Νταρουμά, που εκτός από σεβαστός πατριάρχης του βουδισμού, είναι και χιονάνθρωπος, είναι και παιχνίδι.
Μια κούκλα Νταρουμά εκτίθεται στο «Ιστορικό Κέντρο Λευκάδιος Χερν» στη Λευκάδα.

Photo: Olga Kolisoglou

Ο Λευκάδιος Χερν είχε σκιτσάρει έναν Γιούκι Νταρουμά, χιονάνθρωπο Νταρουμά, στο κείμενό του «Ο Νταρουμά του Οτόκιτσι» που περιλαμβάνεται στο «Ιαπωνικό Μωσαϊκό».
Αν θέλετε μπορείτε να διαβάσετε ένα απόσπασμα από τον Νταρουμά του Οτόκιτσι για τον τρόπο που φτιάχνεται ο ιαπωνικός χιονάνθρωπος ή τουλάχιστον πώς φτιαχνόταν την εποχή που ζούσε ο Λευκάδιος Χερν.

Ο Νταρουμά του Οτόκιτσι
Τα παιδιά είναι κατευχαριστημένα, γιατί το πυκνό χιόνι που έπεσε χτες τη νύχτα, έφτιαξε για χάρη μας αυτό που οι Ιάπωνες αποκαλούν τόσο όμορφα «ασημένιο κόσμο»... Στ’ αλήθεια αυτοί οι ποιητές δεν υπερβάλλουν καθόλου, όταν παινεύουν με όμορφα λόγια τον χειμώνα. Γιατί στην Ιαπωνία ο χειμώνας είναι όμορφος –φανταστικά όμορφος. Δεν δημιουργεί μελαγχολικές σκέψεις για τον «θάνατο της φύσης», επειδή η φύση είναι πάντα ολοζώντανη, ακόμα και στην καρδιά του χειμώνα. Δεν στεναχωρεί το φιλόκαλο μάτι με εικόνες από γυμνά δάση, γιατί τα δάση είναι γεμάτα από αειθαλή. Και το χιόνι που στοιβάζεται μαλακά πάνω στις βελόνες των πεύκων και αναγκάζει τα μπαμπού να λυγίζουν με χάρη κάτω από το πρόσκαιρο βάρος του, ποτέ δεν εμπνέει στον ποιητή της Άπω Ανατολής τη θλιβερή εικόνα ενός σάβανου. Πράγματι, η ξεχωριστή γοητεία του ιαπωνικού χειμώνα είναι καμωμένη από αυτό το χιόνι που στοιβάζεται σε ασύλληπτους σχηματισμούς πάνω στην αδιάκοπη πρασινάδα των δασών και των κήπων.
Σήμερα το πρωί δύο μαθητές μου, ο Ακί και ο Νίιμι, διασκέδαζαν παρέα με τα παιδιά φτιάχνοντας ένα Γιούκι-Νταρούμα κι εγώ διασκέδαζα παρατηρώντας τους. Οι κανόνες για να φτιάξεις ένα Γιούκι-Νταρούμα είναι αρχαίοι και απλοί. Φτιάχνεις πρώτα μια πελώρια χιονόμπαλα, με διάμετρο τρία ή τέσσερα πόδια αν είναι δυνατό, που είναι το κοντόχοντρο σώμα του Νταρούμα. Έπειτα φτιάχνεις μία μικρότερη χιονόμπαλα, με διάμετρο δύο πόδια, που είναι το κεφάλι του, βάζεις αυτή τη μικρότερη μπάλα πάνω στην άλλη και σφηνώνεις χιόνι εκεί που ενώνονται για να τις σταθεροποιήσεις. Δύο στρογγυλά κομμάτια κάρβουνο χρησιμεύουν για μάτια του Νταρούμα και μερικά ακανόνιστα κομμάτια από το ίδιο υλικό είναι ό,τι πρέπει για να γίνουν η μύτη και το στόμα του. Τέλος, στη μεγάλη κοιλιά του πρέπει να σκάψεις μια εσοχή, που είναι ο αφαλός του, και να μπήξεις μέσα ένα αναμένο κερί. Η ζέστη του κεριού σιγά σιγά μεγαλώνει το άνοιγμα... [...]

Γιούκι Νταρουμά
Σχέδιο του Λευκάδιου Χερν

Ο Νταρουμά του Οτόκιτσι
περιλαμβάνεται στο «Ιαπωνικό Μωσαϊκό»
Μετάφραση: Τέτη Σώλου
Έκδοση: Ταμείο Παγκόσμιας Κυθηραϊκής Κληρονομιάς, 2014
Αποκλειστική διάθεση: Βιβλιοπωλείο Λεμόνι



Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Μουτζινά

από το Kwaidan (1904)
του Λευκάδιου Χερν

Στην οδό Ακάσακα στο Τόκυο υπάρχει μια ανηφοριά που λέγεται Κιι-νο-κούνι-ζάκα, που σημαίνει η Ανηφοριά της Επαρχίας του Κίι. Δεν ξέρω γιατί λέγεται έτσι. Στη μια πλευρά της θα δείτε μια αρχαία τάφρο, βαθιά και πολύ πλατιά και στην άλλη πλευρά του δρόμου εκτείνονται τα μακρά και αγέρωχα τείχη του παλατιού. Πριν από τον φωτισμό των δρόμων και πριν από τα τζινρικίσα, μόλις νύχτωνε, η γειτονιά ερήμωνε, και οι αργοπορημένοι διαβάτες προτιμούσαν να κάνουν παράκαμψη χιλιομέτρων, παρά ν’ ανηφορίσουν μονάχοι το Κιι-νο-κούνι-ζάκα μετά το ηλιοβασίλεμα.
Και όλα αυτά εξ αιτίας ενός μουτζινά, που συνήθιζε να κάνει τον περίπατό του εκεί.
Ο τελευταίος άνθρωπος που είδε το μουτζινά ήταν ένας γέρος έμπορος από τη συνοικία Κυόμπασι, που πέθανε πριν από τριάντα χρόνια. Να η ιστορία, όπως την αφηγήθηκε:

Αργά μια νύχτα ανέβαινε βιαστικός το Κιι-νο-κούνι-ζάκα, όταν το μάτι του πήρε μια γυναίκα, που έκλαιγε πικρά, κουβαριασμένη δίπλα στην τάφρο. Επειδή φοβήθηκε ότι ετοιμαζόταν να πέσει να πνιγεί, σταμάτησε για να της δώσει όση βοήθεια και παρηγοριά του επέτρεπαν οι δυνάμεις του. Ήταν λυγερή και χαριτωμένη, ντυμένη κομψά και τα μαλλιά της ήταν χτενισμένα με τον τρόπο που φτιάχνουν τα μαλλιά τους οι κοπέλες των καλών οικογενειών. 
«Ο-τζοτσού», της φώναξε καθώς την πλησίαζε. «Ο-τζοτσού, μην κλαις. Πες μου τι σε βασανίζει και αν υπάρχει κάποιος τρόπος να σε βοηθήσω, θα το κάνω με χαρά».
Εννοούσε στ’ αλήθεια αυτά που έλεγε, γιατί ήταν πολύ καλός άνθρωπος. Αλλά εκείνη συνέχισε να κλαίει κρύβοντας το προσωπό της με το μακρύ μανίκι της. 
«Ο-τζοτσού», της είπε ξανά, όσο πιο ευγενικά μπορούσε, «σε παρακαλώ, σε παρακαλώ ακουσέ με. Δεν είναι μέρος αυτό να βρίσκεται νυχτιάτικα μια νέα κοπέλα. Σε θερμοπαρακαλώ, μην κλαις, μονάχα πες μου πώς μπορώ να σε βοηθήσω!»
Εκείνη ανασηκώθηκε αργά, αλλά του γύρισε την πλάτη και συνέχισε να στενάζει και να κλαίει κρυμμένη πίσω από το μανίκι της. Εκείνος ακούμπησε ελαφρά το χέρι του πάνω στον ώμο της και την παρακάλεσε: «Ο-τζοτσού! Ο-τζοτσού! Ο-τζοτσού! Άκουσέ με μονάχα για μια στιγμή. Ο-τζοτσού! Ο-τζοτσού!»
Η Ο-τζοτσού γύρισε, άφησε το μανίκι της να πέσει και χάιδεψε με το χέρι της το πρόσωπό της και τότε ο άνθρωπος είδε ότι δεν είχε ούτε μάτια ούτε μύτη ούτε στόμα.
Άφησε να του ξεφύγει μια δυνατή κραυγή και το 'βαλε στα πόδια.
Τρέχοντας σαν τρελός ανέβηκε την ανηφόρα Κιι-νο-κούνι-ζάκα. Ο δρόμος μπροστά του ήταν κατασκότεινος κι έρημος. Έτρεχε ασταμάτητα, χωρίς να τολμάει να κοιτάξει πίσω του. Στο τέλος είδε ένα φως τόσο μακρινό που έμοιαζε με πυγολαμπίδα και κατευθύνθηκε προς τα κει. Αποδείχτηκε ότι δεν ήταν παρά το φανάρι ενός πλανόδιου πωλητή σόμπα, που είχε στήσει τον πάγκο του στην άκρη του δρόμου. Όμως, οποιοδήποτε φως και οποιοδήποτε ανθρώπινη παρουσία ήταν καλοδεχούμενη μετά από τη δυσάρεστη περιπέτειά του και ρίχτηκε στα πόδια του πλανόδιου πωλητή φωνάζοντας: «Αχ, αα, αα!»
«Κορέ! Κορέ!», φώναξε τραχιά ο πλανόδιος πωλητής. «Τι σου συμβαίνει; Σε χτύπησε κανείς;»
«Όχι, κανείς δεν με χτύπησε», αποκρίθηκε λαχανιασμένος ο άλλος. «Μόνο που... αχ!»
«Μόνο που σε φόβισε, ε;» ρώτησε με σκληρό ύφος ο γυρολόγος. «Ληστές;»
«Όχι ληστές. Δεν ήταν ληστές!» αγκομάχησε τρομοκρατημένος ο άνθρωπος. «Είδα... είδα μια γυναίκα δίπλα στην τάφρο και μου έδειξε... Αχ! δεν μπορώ να σου πω τι μου έδειξε!»
«Χε6! Μήπως σου έδειξε κάτι τέτοιο;» φώναξε ο γυρολόγος χαϊδεύοντας το πρόσωπό του, το οποίο παρευθύς μεταμορφώθηκε σε αυγό... Και την ίδια στιγμή το φως έσβησε.

Copyright© Τέτη Σώλου, 2009 
All rights reserved

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Ρεμβασμός

Προδημοσίευση
από το Κοττό
του Λευκάδιου Χερν
Μετάφραση: Τέτη Σώλου
Έκδοση του Ταμείου Παγκόσμιας Κυθηραϊκής Κληρονομιάς, 2014

Έχει ειπωθεί ότι ο άνθρωπος έχει για τον θάνατο, τον ίδιο φόβο μ’ ένα παιδί, που έρχεται στον κόσμο κλαίγοντας, γιατί δεν ξέρει ποια στοργικά χέρια το περιμένουν. Σίγουρα αυτή η σύγκριση δεν αντέχει σε επιστημονικό έλεγχο, αλλά σαν ευχάριστο παιχνίδι της φαντασίας είναι όμορφη, ακόμα και για τους αγνωστικιστές –για κείνους που πιστεύουν ότι το ανθρώπινο πνεύμα χάνεται μαζί με το σώμα και ότι η αιώνια συνέχιση της προσωπικότητας δεν είναι παρά αιώνια δυστυχία.
Είναι όμορφη –νομίζω– γιατί υπαινίσσεται με τόσο μύχιο τρόπο την ελπίδα ότι στην υψηλότερη γνώση το Απόλυτο θα αποκαλυφθεί απέραντο, όπως η μητρική αγάπη. Μια τέτοια σύλληψη είναι της Ανατολής και όχι της Δύσης, όμως εναρμονίζεται με κάποια αντίληψη αόριστα προσδιορισμένη στις περισσότερες δυτικές πεποιθήσεις μας. Μέσα από αρχαίες ζοφερές συλλήψεις του απολύτου ως πατέρα, σιγά σιγά πήρε πνοή ένα όψιμο και φωτεινό όνειρο απέραντης τρυφερότητας –η εξευγενιστική ελπίδα, που δημιουργήθηκε από τη μνήμη της γυναίκας ως μητέρας· και όσο οι φυλές εξελίσσονται προς υψηλότερα πράγματα, τόσο πιο θηλυκή γίνεται η αντίληψή τους περί του θείου.
Αντιστρόφως, αυτή η σκέψη πρέπει να υπενθυμίζει ακόμα και στον πιο δύσπιστο ότι σύμπασα η ανθρώπινη εμπειρία δεν έχει γνωρίσει τίποτα ιερότερο από τη μητρική αγάπη –τίποτε άλλο που να του ταιριάζει τόσο επάξια ο χαρακτηρισμός «θεϊκό». Μόνο η μητρική αγάπη μπορούσε να δώσει τη δύναμη στη λεπτεπίλεπτη ζωή της σκέψης να ξεδιπλωθεί και ν’ αντέξει πάνω στην επιφάνεια αυτού του αξιολύπητου μικρού πλανήτη· μόνο μέσα από την υπέρτατη ανιδιοτέλεια μπόρεσαν τα ευγενέστερα αισθήματα του ανθρώπου να βρουν τη δύναμη ν’ ανθίσουν· μόνο με τη βοήθεια της μητρικής αγάπης μπόρεσαν οι υψηλότερες μορφές πίστης στο Αόρατο να πάρουν ζωή.   
Αλλά συλλογισμοί αυτού του είδους μάς κάνουν ν’ αναρωτιόμαστε «πού πάμε» και «από πού ερχόμαστε». Πρέπει ο οπαδός της εξέλιξης να σκέφτεται τη μητρική αγάπη απλώς σαν αναγκαίο αποτέλεσμα της υλικής συγγένειας –σαν έλξη ατόμου από άτομο; Ή μπορεί να αποτολμήσει να διατρανώσει, μαζί με τους αρχαίους στοχαστές της Ανατολής, ότι όλες οι ροπές των ανθρώπων σχηματίστηκαν από έναν αιώνιο ηθικό νόμο και ότι κάποιες είναι θεϊκές, γιατί είναι εκδηλώσεις των τεσσάρων απέραντων αισθημάτων; Ποια σοφία θ’ αποφασίσει για μας; Και ποιο το όφελος να ξέρουμε ότι τα υψηλότερα αισθήματά μας είναι θεϊκά, αφού η φυλή μας είναι καταδικασμένη ν’ αφανιστεί; Όταν η μητρική αγάπη θα έχει σφυρηλατήσει το μέγιστο για την ανθρωπότητα, τότε αυτό το μέγιστο δεν θα πήγαινε στα χαμένα;

Σε πρώτη σκέψη, πράγματι, το αναπόδραστο τέλος πρέπει να παρουσιάζει την πιο μαύρη τραγωδία που μπορεί να φανταστεί κανείς –μια τεράστια τραγωδία! Στο τέλος ο πλανήτης μας θα πεθάνει. Η γαλανή του ατμόσφαιρα θα συρρικνωθεί και θα σβήσει, οι θάλασσές του θα στεγνώσουν και το χώμα του θα αφανιστεί αφήνοντας στο σύμπαν μόνο ένα απόρριμα από άμμο και πέτρα –το μαραμένο πτώμα του κόσμου. Για καιρό ακόμα αυτή η μούμια θα γυρίζει γύρω από τον ήλιο, όπως το νεκρό φεγγάρι κάνει κύκλους τις νύχτες, με το ένα του πρόσωπο στην ανυπόφορη ζέστη και το άλλο στο παγωμένο σκοτάδι. Έτσι θα κάνει κύκλους ο πλανήτης μας, λευκός και φαλακρός σαν νεκροκεφαλή και σαν νεκροκεφαλή θα ξεθωριάζει, θα ραγίζει και θα θρυμματίζεται, καθώς θα έλκεται όλο και πιο πολύ από τον φλεγόμενο γονιό του, για να εξαφανιστεί ξαφνικά μέσα στην κυκλωνική αστραπή της ανάσας του. Ο ένας μετά τον άλλον θ’ ακολουθήσουν και οι υπόλοιποι πλανήτες. Τότε το ίδιο το παντοδύναμο αστέρι θα αρχίσει να εξασθενεί και να τρεμοσβήνει με αποτρόπαιες αλλαγές χρωμάτων –να πυρακτώνεται ως τον θάνατό του. Και τελικά το καρβουνιασμένο πέτρωμά του, εκσφενδονισμένο σε κάποια κολοσσιαία ηλιακή πυρά, θα γίνει ατμός πιο λεπτός και από το όνειρο της σκιάς ενός φαντάσματος... 
Τότε, ποιο θα ήταν το όφελος του μόχθου της ζωής –της ζωής που εξαλείφθηκε χωρίς ν’ αφήσει ούτε ένα σημάδι που να δείχνει το μέρος όπου καταποντίστηκε στην απέραντη άβυσσο; Τότε, ποια θα ήταν η αξία της μητρικής αγάπης και του νεκρού κόσμου της ανθρώπινης στοργής, με τις θυσίες του, τις ελπίδες, τις αναμνήσεις, τις θεϊκές απολαύσεις και τους ακόμα πιο θεϊκούς πόνους του, τα χαμόγελα, τα δάκρυα και τα καθαγιασμένα χάδια και τις αμέτρητες προσευχές στους αμέτρητους εξαφανισμένους θεούς; 

Τέτοιες αμφιβολίες και φόβοι δεν ταράζουν τον στοχαστή της Ανατολής. Εμάς αναστατώνουν, κυρίως εξ αιτίας των παλιών λανθασμένων τρόπων σκέψης που γεννούν τον τυφλό φόβο μήπως αυτό που αποκαλούσαμε ψυχή δεν είναι ουσία, αλλά μορφή... Οι μορφές εμφανίζονται κι εξαφανίζονται σε μια αδιάκοπη εναλλαγή, αλλά μόνο η ουσία είναι αληθινή. Τίποτα αληθινό δεν μπορεί να χαθεί, ακόμα και αν διαλυθούν εκατομμύρια κόσμοι. Απόλυτη καταστροφή, παντοτινός θάνατος –όλοι αυτοί οι όροι του φόβου δεν αντιστοιχούν σε καμία αλήθεια, αλλά στον αιώνιο νόμο της αλλαγής. Οι μορφές θα χαθούν, καθώς τα κύματα έρχονται και σπάνε· διαλύονται για να ξαναφουσκώσουν. Τίποτα δεν χάνεται...
Στη θολή καταχνιά της διάλυσής μας θα επιζήσει η ουσία όλων αυτών που κάποτε υπήρξαν ζωντανοί άνθρωποι –οι μονάδες όλων των υπάρξεων τωρινών και περασμένων, με όλες τις σχέσεις τους, όλες τις ροπές τους, όλη την κληρονομιά των δυνάμεων που κάνουν το καλό ή το κακό, όλες τις δυνατότητες που συσσωρεύτηκαν μέσα από μυριάδες γενεές, με όλη την ενέργεια που σχημάτισε τη ρώμη των φυλών –και για αμέτρητους καιρούς θα είναι σε τροχιά γύρω από τη ζωή και τη σκέψη. Μεταλλαγές μπορεί να υπάρξουν· αλλαγές θα φέρει επίσης η αύξηση ή η μείωση των σχέσεων, η αφαίρεση ή η πρόσθεση των ροπών, γιατί τότε η σκόνη μας θα έχει αναμειχθεί με τη σκόνη αναρίθμητων κόσμων και των ανθρώπων τους. Αλλά τίποτα ουσιώδες δεν μπορεί να χαθεί. Αναπόφευκτα θα μεταλαμπαδεύσουμε το μερίδιο που μας αναλογεί για να φτιαχτεί ο μελλοντικός κόσμος, από την ουσία του οποίου κάποια άλλη νοημοσύνη θα εξελιχθεί σιγά σιγά. Όπως η δική μας ψυχή πρέπει να κληρονόμησε κάτι από τους αναρίθμητους κόσμους που χάθηκαν, έτσι και οι μελλοντικές ανθρωπότητες θα κληρονομήσουν όχι μόνον από μας, αλλά και από τα εκατομμύρια πλανήτες που υπάρχουν ακόμα.
Γιατί η εξαφάνιση του κόσμου μας αντιπροσωπεύει, μπροστά στην εξαφάνιση του σύμπαντος, την απειροελάχιστη λεπτομέρεια μιας σκέψης που σβήνει· οι ανθρώπινες σφαίρες, που πρέπει να μοιραστούν την καταδίκη μας, θα ξεπεράσουν κατά πολύ το ορατό φως του ουρανού. Και όμως αυτές οι αναρίθμητες ηλιακές φωτιές, με τους εκατομμύρια αθέατους ζωντανούς πλανήτες με κάποιο τρόπο θα εμφανιστούν και πάλι. 

Ξανά ο εκπληκτικός κόσμος, που γεννιέται από τον εαυτό του και καταστρέφεται από μόνος του, θα ξαναρχίσει την αστρική περιδίνησή του πάνω από τα βάθη της αιωνιότητας. Και η αγάπη που παλεύει για πάντα με τον θάνατο, θα ξανασηκωθεί μέσα από μία καινούργια απεραντωσύνη του πόνου για ν’ αναζωπυρώσει τον παντοτινό αγώνα της.
Το φως του χαμόγελου της μητέρας θα επιζήσει πέρα από τον ήλιο μας και το σκίρτημα του φιλιού της θα διαρκέσει πέρα από το σκίρτημα των άστρων, η γλυκύτητα του νανουρίσματός της θα επιζήσει σε νανουρίσματα κόσμων που δεν έχουν ακόμα εξελιχθεί, η τρυφερότητα της πίστης της θα ζωηρέψει τη φλόγα των προσευχών προς τους οικοδεσπότες άλλων ουρανών –σε θεούς πέρα από τον χρόνο. Και το νέκταρ του στήθους της ποτέ δεν χάνεται, αυτό το λευκό ρυάκι θα κυλάει για να θρέψει τη ζωή μιας ανθρωπότητας πιο τέλειας από τη δική μας, όταν ο Γαλαξίας που απλώνεται πάνω από τη νύχτα μας, θα έχει χαθεί για πάντα στο διάστημα.

Copyright© Ταμείο Παγκόσμιας Κυθηραϊκής Κληρονομιάς, Τέτη Σώλου, 2014
All rights reserved

Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Στη σιγαλιά της νύχτας

Προδημοσίευση
από το Κοττό
του Λευκάδιου Χερν
Μετάφραση: Τέτη Σώλου
Έκδοση του Ταμείου Παγκόσμιας Κυθηραϊκής Κληρονομιάς, 2014



Mαύρη, κρύα και γαλήνια –τόσο μαύρη, τόσο γαλήνια που αγγίζομαι για να δω αν έχω ακόμα σώμα. Μετά ψαχουλεύω γύρω μου για να σιγουρευτώ ότι δεν είμαι κάτω από το χώμα, θαμμένος για πάντα εκεί που δεν φτάνει το φως και ο ήχος. Ένα ρολόι χτυπάει τρεις φορές. Θα ξαναδώ τον ήλιο!
Άλλη μια φορά, τουλάχιστον. Πιθανόν μερικές εκατοντάδες φορές. Αλλά θα έρθει η νύχταν που δε θα την χαράζει καμία αυγή κι η σιγαλιάν που δε θα την ταράζει κανένας ήχος.
Αυτό είναι σίγουρο. Τόσο σίγουρο όσο ότι υπάρχω.
Τίποτε άλλο δεν είναι τόσο σίγουρο. Η λογική παραπλανά, τα αισθήματα παραπλανούν, όλες οι αισθήσεις παραπλανούν. Αλλά δεν υπάρχει καμία απολύτως πλάνη στη βεβαιότητα ότι η νύχτα θα έρθει.
Αμφίβαλε για το αν η ύλη είναι πραγματική, για το αν υπάρχει άυλο, για τις θρησκείες των ανθρώπων, για τους θεούς, αμφίβαλε για το σωστό και το λάθος, για τη φιλία και την αγάπη, για το αν υπάρχει ομορφιά και τρόμος· πάντα θα απομένει κάτι για το οποίο είναι αδύνατο να αμφιβάλλεις –μία απέραντη τυφλή και μαύρη πραγματικότητα.
Το ίδιο σκοτάδι για όλους –για τα μάτια των πλασμάτων και για τα μάτια του ουρανού– η ίδια καταδίκη για όλους, έντομα και ανθρώπους, μυρμηγκοφωλιές και πόλεις, φυλές και κόσμους, ήλιους και γαλαξίες· αναπόδραστη διάλυση, εξαφάνιση και λησμονιά.
Και μάταια όλοι οι άνθρωποι παλεύουν να μη θυμούνται, να μη σκέφτονται· το πέπλο που ύφαναν οι παλιές θρησκείες για να κρύψουν το κενό σκίστηκε για πάντα, και οι πύλες του Άδη1 είναι ορθάνοιχτες μπροστά μας και η καταστροφή είναι απροκάλυπτη.
Με όση βεβαιότητα πιστεύω ότι υπάρχω, με άλλη τόση πρέπει να πιστέψω ότι θα σταματήσω να υπάρχω, πράγμα που είναι φρικτό! Αλλά, πρέπει να πιστεύω ότι στ’ αλήθεια υπάρχω;

* * *

Τη στιγμή αυτής της αναρώτησης το σκοτάδι στάθηκε γύρω μου σαν τοίχος και μίλησε:
«Εγώ δεν είμαι παρά σκοτάδι και θα περάσω. Αλλά η πραγματικότητα θα έρθει και δεν θα περάσει. Δεν είμαι παρά το σκοτάδι. Μέσα μου υπάρχουν φώτα –οι αναλαμπές εκατοντάδων εκατομμυρίων ήλιων. Μέσα μου υπάρχουν φωνές. Με τον ερχομό της πραγματικότητας δε θα υπάρχουν πια φώτα ούτε φωνές ούτε ανατολή ούτε ελπίδα. 
»Αλλά πολύ ψηλά από πάνω σου θα εξακολουθεί να υπάρχει για εκατομμύρια χρόνια ο ήλιος και ζεστασιά και νιότη και αγάπη και χαρά... Απέραντο γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας, ευωδιές από καλοκαιρινά λουλούδια, φωνές στα ξέφωτα και στα άλση, πεταρίσματα σκιών και τρεμοπαιξήματα φωτός, κελάρισμα των νερών και γάργαρα κοριτσίστικα γέλια. Αλλά για σένα μαυρίλα και σιωπή και κρύα, τυφλά πλάσματα».
Απάντησα:
«Σκέψεις σαν κι αυτές τώρα τις φοβάμαι. Αλλά μόνο γιατί είμαι ακόμα από τον ύπνο. Όταν το μυαλό μου ξυπνήσει, δεν θα φοβάμαι. Γιατί αυτός ο φόβος είναι μόνον ένας ζωώδης φόβος, ο βαθύς και θολός αρχέγονος φόβος, που κληρονόμησα από εκατομμύρια χρόνια ενστικτώδους ζωής... Περνάει κιόλας. Μπορώ ν’ αρχίσω να σκέφτομαι τον θάνατο σαν ύπνο χωρίς όνειρα, σαν ύπνο χωρίς την αίσθηση ούτε της χαράς ούτε του πόνου».
Το σκοτάδι ψιθύρισε:
«Τι είναι αίσθηση;»
Δεν μπορούσα να του απαντήσω και η μελαγχολία με βάρυνε ανυπόφορα κι εκείνο μίλησε:
«Δεν ξέρεις τι πάει να πει αίσθηση; Τότε πώς μπορείς να λες ότι θα υπάρχει ή δεν θα υπάρχει πόνος για το απομεινάρι σου, για τα μόρια του κορμιού σου, για τα άτομα της ψυχής σου; Άτομα! Τι είναι αυτά;»
Και πάλι δεν μπορούσα να απαντήσω και το βάρος έγινε τεράστιο –βάρος σαν πυραμίδας– και ο ψίθυρος ακούστηκε συριστικός:
«Οι αποστροφές τους; Οι έλξεις τους; Τα απαίσια αγκαλιάσματά τους και τα χοροπηδήματα; Τι είναι αυτά; Πάθη από ζωές που έγιναν στάχτη; Φρενιάσματα από ακόρεστο πόθο; Παραφορές από άσβεστο μίσος; Παραφροσύνες από το ατελείωτο μαρτύριο; Δεν ξέρεις; Αλλά λες ότι δεν θα υπάρχει πια πόνος!»
Τότε φώναξα στον λοιδωρό:
«Είμαι ξύπνιος, ξύπνιος, εντελώς ξύπνιος! Σταμάτησα να φοβάμαι. Θυμάμαι! Ό,τι ήμουν, αυτό είμαι. Πριν από τον χρόνο υπήρξα· πέρα από τους απώτατους κύκλους των αιωνιοτήτων θα διαρκέσω. Σε μυριάδες εκατομμύρια μορφές θα μεταλλαχθώ. Σαν μορφή είμαι μόνο κύμα, σαν υπόσταση είμαι θάλασσα. Θάλασσα χωρίς ακρογιαλιά είμαι. Η αμφιβολία, ο φόβος και ο πόνος δεν είναι παρά σκοτεινές κηλίδες στην επιφάνεια του βάθους μου, που χάνονται γρήγορα... Όταν κοιμάμαι, ατενίζω την ψευδαίσθηση του χρόνου, αλλά όταν ξυπνάω, ξέρω ότι είμαι αιώνιος. Είμαι ένα με τη ζωή που δεν έχει ούτε μορφή ούτε όνομα, είμαι ένα με όλα όσα αρχίζουν και τελειώνουν –ακόμα και με τον τάφο και τον νεκροθαφτη, το πτώμα και το σκουλίκι...

* * *

Ένα σπουργίτι τιτίβισε στη στέγη και κάποιο άλλο απάντησε. Τα σχήματα των πραγμάτων άρχισαν να γίνονται ξεκάθαρα μ’ ένα απαλό γκρίζο φως και το σκοτάδι σιγά σιγά φωτίστηκε. Το μουρμουρητό της πόλης που ξυπνάει έφτασε στ’ αυτιά μου, μεγάλωσε και πολλαπλασιάστηκε. Και η θαμπάδα ξεπλύθηκε.
Τότε βγήκε ο όμορφος και ιερός ήλιος, ο παντοδύναμος αφυπνιστής, ο παντοδύναμος καταλύτης, σύμβολο ανυπέρβλητο της ατελεύτητης ζωής, που οι δυνάμεις της είναι και δικές μου!


Copyright© Ταμείο Παγκόσμιας Κυθηραϊκής Κληρονομιάς, Τέτη Σώλου, 2014
All rights reserved

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Η ιστορία του Μίμι-νάσι-Χόιτσι

από το Kwaidan (1904)
του Λευκάδιου Χερν

Πριν από εφτακόσια χρόνια στο Νταν-νο-ούρα, στο θαλάσσιο στενό του Σιμονοσέκι, δόθηκε η τελευταία μάχη του μακροχρόνιου αγώνα ανάμεσα στους Χεϊκέ ή φυλή των Ταΐρα και στους Γκέντζι ή φυλή των Μιναμότο. Εκεί όλοι οι Χεϊκέ αφανίστηκαν, και μαζί οι γυναίκες, τα παιδιά τους και ο ανήλικος αυτοκράτοράς τους, ο Αντόκου τεννό. Η θάλασσα και η ακτή εδώ και εφτακόσια χρόνια έχουν στοιχειώσει. Σας έχω μιλήσει για τα παράξενα καβούρια που υπάρχουν εκεί, τα καβούρια Χεϊκέ, που στις ράχες τους έχουν ανθρώπινα πρόσωπα και που λέγεται ότι είναι τα πνεύματα των πολεμιστών Χεϊκέ (1).
Πολλά είναι τα αλλόκοτα που μπορεί κανείς να δει και ν’ ακούσει σ’ εκείνη την ακτή. Τις σκοτεινές νύχτες εκατοντάδες απόκοσμες φωτιές μετεωρίζονται πάνω από την αμμουδιά ή γοργοπετούν πάνω από τα κύματα· χλωμά φώτα που οι ψαράδες αποκαλούν όνι-μπι, δηλαδή δαιμονικές φωτιές. Και όποτε δυναμώνει ο αέρας, ανεβαίνει από τη θάλασσα ένας αχός καμωμένος από κραυγές σαν οχλοβοή μάχης.
Τα παλιά χρόνια τα πνεύματα των Χεϊκέ ήταν πολύ πιο ανήσυχα απ’ ότι είναι τώρα. Τις νύχτες αναδύονταν και προσπαθούσαν να βουλιάξουν τα περαστικά πλοία και πάντα γύρευαν κολυμβητές για να τους τραβήξουν στο βυθό. Για να κατευναστούν τα πνεύματα των νεκρών, όπως το θέλει η τάξη, χτίστηκε στο Ακαμαγκασέκι (2) ο βουδιστικός ναός Αμίντατζι. Φτιάχτηκε κι ένα νεκροταφείο κοντά στην ακτή, στο οποίο ανεγέρθηκαν μνημεία με τα ονόματα του πνιγμένου αυτοκράτορα και των επιφανών υπηκόων του και γίνονταν τακτικά βουδιστικές τελετές για την ανάπαυση των ψυχών τους. Ύστερα από την ανέγερση του ναού και των μνημείων τα πνεύματα των Χεϊκέ δεν δημιουργούσαν πια τόσα προβλήματα, συνέχισαν, όμως, να κάνουν κατά διαστήματα περίεργα πράγματα, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι δεν είχαν βρει τη γαλήνη.

Πριν από μερικές εκατοντάδες χρόνια ζούσε στο Ακαμαγκασέκι ένας τυφλός, που λεγόταν Χόιτσι και ήταν ξακουστός για τη δεξιοτεχνία του στην απαγγελία και στο παίξιμο του μπίβα (3). Από τα παιδικά του χρόνια είχε εκπαιδευτεί να απαγγέλει και να παίζει, και ήταν ακόμα πολύ νέος, όταν ξεπέρασε τους δασκάλους του. Σαν επαγγελματίας μπίβα-χόσι απέκτησε μεγάλη φήμη κυρίως για την απαγγελία της ιστορίας των Χεϊκέ και των Γκέντζι, και λέγεται πως όταν τραγουδούσε τη ραψωδία της μάχης Νταν-νο-ούρα, ακόμα και τα τελώνια (κιτζίν) δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκριά τους. 
Στο ξεκίνημα της σταδιοδρομίας του ο Χόιτσι ήταν πολύ φτωχός, βρήκε όμως έναν καλό φίλο που τον βοήθησε. Ο ιερέας του Αμίντατζι αγαπούσε την ποίηση και τη μουσική και προσκαλούσε συχνά τον Χόιτσι στον ναό για να παίξει και να απαγγείλει. Εντυπωσιασμένος από την εκπληκτική δεξιοτεχνία του νέου, ο ιερέας αργότερα του πρότεινε να μείνει στον ναό σαν στο σπίτι του, προσφορά που έγινε δεκτή με ευγνωμοσύνη. Ο ιερέας παραχώρησε στον Χόιτσι ένα δωμάτιο και το μόνο που ζήτησε για ανταπόδωση της στέγης και της τροφής που του πρόσφερε ήταν να τον ευφραίνει με την τέχνη του κάποια βράδια, που δεν είχε άλλες υποχρεώσεις. 

Μια καλοκαιριάτικη νύχτα ο ιερέας έφυγε για να τελέσει μια βουδιστική ακολουθία στην κατοικία ενός ενορίτη που πέθανε. Πήγε εκεί με τον μαθητευόμενό του, αφήνοντας τον Χόιτσι μονάχο στον ναό. Η νύχτα ήταν πολύ ζεστή και ο τυφλός βγήκε για να δροσιστεί στον εξώστη μπροστά από το δωμάτιό του. Ο εξώστης έβλεπε σ’ έναν μικρό κήπο στο πίσω μέρος του Αμίντατζι. Εκεί περίμενε ο Χόιτσι την επιστροφή του ιερέα και ανακούφιζε τη μοναξιά του παίζοντας μπίβα. Πέρασαν τα μεσάνυχτα, αλλά ο ιερέας δε φάνηκε. Έκανε ακόμα πολλή ζέστη και μέσα στο δωμάτιό του θα ήταν αποπνικτικά, έτσι ο Χόιτσι έμεινε έξω. Επιτέλους, άκουσε βήματα να πλησιάζουν από την πίσω πόρτα. Κάποιος διέσχισε τον κήπο, κατευθύνθηκε προς τον εξώστη και σταμάτησε ακριβώς μπροστά του· αλλά δεν ήταν ο ιερέας.
Μια βαριά φωνή φώναξε τον τυφλό άντρα με τ’ όνομά του –τραχιά και απότομα, με τον τρόπο που οι σαμουράι καλούν κάποιον κατώτερο. 
«Χόιτσι!»
Ο Χόιτσι ξαφνιάστηκε για μια στιγμή και δεν απάντησε, αλλά η φωνή τον κάλεσε και πάλι με τραχύ, προστακτικό τόνο:
«Χόιτσι!»
«Χάι!», απάντησε ο τυφλός φοβισμένος από την απειλητική φωνή. «Είμαι τυφλός. Δεν ξέρω ποιος με φωνάζει!»
«Μη φοβάσαι», αποκρίθηκε ο ξένος μιλώντας πιο ευγενικά. «Έρχομαι στον ναό σταλμένος σ’ εσένα για να σου φέρω ένα μήνυμα. Ο κύριός μου, ένα πρόσωπο ιδιαίτερα υψηλής αξίας και ανώτερης κοινωνικής τάξης, μένει τώρα στο Ακαμαγκασέκι με πολλούς ευγενείς ακολούθους. Επιθυμούσε να δει το πεδίο της μάχης του Νταν-νο-ούρα και σήμερα το επισκέφθηκε. Έμαθε ότι απαγγέλεις με δεξιοτεχνία το ιστορικό της μάχης και επιθυμεί να ακούσει την απαγγελία σου. Λοιπόν, πάρε το μπίβα σου κι έλα αμέσως μαζί μου στον οίκο, όπου αναμένει η αξιοσέβαστη ομήγυρη.
Εκείνα τα χρόνια ήταν απερίσκεπτο να παρακούσεις την προσταγή ενός σαμουράι. Ο Χόιτσι έβαλε τα σανδάλια του, πήρε το μπίβα του κι έφυγε με τον ξένο, ο οποίος ναι μεν τον οδηγούσε επιδέξια, αλλά τον υποχρέωνε να περπατάει πολύ γρήγορα. Το χέρι που τον οδηγούσε ήταν σιδερένιο και ο ήχος των βημάτων του πολεμιστή φανέρωνε ότι ήταν αρματωμένος –πιθανόν ήταν κάποιο μέλος της ανακτορικής φρουράς.

Οι πρώτες ανησυχίες του Χόιτσι εξαφανίστηκαν. Άρχισε να φαντάζεται ότι του χαμογέλασε η τύχη· θυμήθηκε τη δήλωση του σαμουράι για κάποιο πρόσωπο «ιδιαίτερα υψηλής αξίας και ανώτερης κοινωνικής τάξης» και σκέφτηκε ότι ο άρχοντας που ήθελε να τον ακούσει δε θα μπορούσε να είναι τίποτα λιγότερο από κάποιον σπουδαίο νταϊμυό. Ο σαμουράι σταμάτησε. Ο Χόιτσι κατάλαβε ότι είχαν φτάσει μπροστά σε μια μεγάλη πύλη και παραξενεύτηκε γιατί σ’ εκείνο το μέρος της πόλης δεν θυμόταν άλλη μεγάλη πύλη εκτός από την πύλη του Αμίντατζι. 
«Κάιμον! (4)» φώναξε ο σαμουράι.
Ακούστηκε το τράβηγμα της αμπάρας και οι δύο άντρες πέρασαν μέσα. Διέσχισαν έναν κήπο και σταμάτησαν ξανά μπροστά σε μια είσοδο. Ο σαμουράι φώναξε δυνατά: «Ε, εκεί μέσα! Έφερα τον Χόιτσι». Αμέσως ακούστηκαν πόδια να τρέχουν, παραπετάσματα να τραβιούνται, πόρτες ν’ ανοίγουν και γυναίκες να συνομιλούν. Από την ομιλία τους ο Χόιτσι κατάλαβε ότι ανήκαν σε κάποιο αρχοντικό, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει πού βρισκόταν. Δεν του άφησαν πολύ χρόνο για να κάνει υποθέσεις. Αφού τον βοήθησαν ν’ ανέβει κάμποσα πέτρινα σκαλοπάτια, στο τελευταίο από τα οποία του ζήτησαν ν’ αφήσει τα σανδάλια του, ένα γυναικείο χέρι τον οδήγησε να βαδίσει ατέλειωτα μέτρα πάνω σε καλογυαλισμένα ξύλινα πατώματα, να στρίψει σε γωνίες πάρα πολλές για να τις θυμάται, να περπατήσει πάνω σε διαδρόμους στρωμένους με χαλιά, μέχρι να φτάσουν στο κέντρο κάποιας τεράστιας αίθουσας. Κατάλαβε ότι εκεί ήταν μαζεμένοι πολλοί σπουδαίοι άνθρωποι· το θρόισμα του μεταξιού έμοιαζε με το θρόισμα των φύλλων του δάσους. Άκουσε ακόμα βουητό από μουρμουρίσματα –ο τρόπος ομιλίας ήταν ανακτορικός.
Είπαν στον Χόιτσι να καθίσει αναπαυτικά. Βρήκε το μαξιλάρι γονυκλισίας που του είχαν ετοιμάσει. Αφού βολεύτηκε πάνω του και κούρδισε το όργανό του, η γυναικεία φωνή –για την οποία μάντευε ότι ανήκε στη ρότζο, δηλαδή στη σεβάσμια δέσποινα, την υπεύθυνη για το γυναικείο προσωπικό– του απευθύνθηκε λέγοντας:
«Και τώρα ζητούμε την απαγγελία της ιστορίας των Χεϊκέ με τη συνοδεία του μπίβα».
Ολόκληρη η απαγγελία μπορούσε να κρατήσει αρκετές νύχτες, γι’ αυτό ο Χόιτσι ρώτησε:
«Μια και ολόκληρη η ιστορία δεν λέγεται σύντομα, ποιο τμήμα της επιθυμείτε ν’ απαγγείλω;» 
Η γυναικεία φωνή απάντησε: «Απάγγειλε τη ραψωδία της μάχης στο Νταν-νο-ούρα, γιατί ο πόνος της είναι βαθύτατος (5)».

Ο Χόιτσι ύψωσε τη φωνή του κι έψαλε τη ραψωδία για τη μάχη στην πικρή θάλασσα, κάνοντας το μπίβα του ν’ ακούγεται σαν το χτύπημα των κουπιών και την εφόρμηση των πλοίων, σαν το βούισμα και το σφύριγμα των βελών, σαν τις κραυγές και το ποδοβολητό των αντρών, σαν τον κρότο του ατσαλιού πάνω στα κράνη και σαν τον παφλασμό των σφαγιασμένων που έπεφταν στο νερό.
Στις ανάπαυλες του παιξιματός του άκουγε αριστερά και δεξιά του φωνές να μουρμουρίζουν εγκώμια: «Τι εκπληκτικός καλλιτέχνης!» «Ποτέ στον τόπο μας δεν ακούστηκε τέτοιο παίξιμο!» «Σε ολόκληρη την αυτοκρατορία δεν υπάρχει άλλος ψαλμωδός σαν τον Χόιτσι!»
Τα λόγια αυτά του έδωσαν καινούργιο θάρρος κι έπαιξε και τραγούδησε καλύτερα από πριν· γύρω του απλωνόταν μια σιωπή γεμάτη θαυμασμό. Όταν όμως άρχισε να λέει για τη μοίρα των αθώων και των αδύναμων –για τη θλιβερή σφαγή των γυναικών και των παιδιών και για το θανάσιμο άλμα της Νιι-νο-Άμα, με τον αυτοκράτορα παιδί στην αγκαλιά της– τότε όλοι οι ακροατές ταυτόχρονα έβγαλαν μια μακρόσυρτη και ανατριχιαστική κραυγή οδύνης. Στη συνέχεια έκλαιγαν και θρηνούσαν τόσο δυνατά και τόσο άγρια, που ο τυφλός φοβήθηκε την παραφορά και τη θλίψη που είχε προκαλέσει. Ο θρήνος και ο κοπετός συνεχίστηκαν για πολλή ώρα. Σιγά σιγά τα μοιρολόγια σταμάτησαν και στη βαριά σιωπή που ακολούθησε, ο Χόιτσι άκουσε τη φωνή της γυναίκας, που πίστευε ότι ήταν η ρότζο να λέει:  
«Παρ’ όλο που μας είχαν διαβεβαιώσει ότι είσαι προικισμένος δεξιοτέχνης του μπίβα και ότι δεν υπάρχει όμοιός σου στην απαγγελία, δεν γνωρίζαμε ότι κάποιος μπορούσε ν’ αποδειχτεί τόσο ικανός, όσο αποδείχτηκες εσύ απόψε. Ο άρχοντάς μας ευαρεστήθηκε να πει ότι προτίθεται να σου παραχωρήσει μια ταιριαστή ανταμοιβή. Επιθυμεί, όμως, να ερμηνεύσεις μπροστά του κάθε νύχτα, για τις επόμενες έξι νύχτες, μετά από τις οποίες θα ξεκινήσει το αξιοσέβαστο ταξίδι επιστροφής του. Αύριο το βράδυ, συνεπώς, θα έρθεις εδώ την ίδια ώρα. Ο πιστός υπηρέτης που σε οδήγησε απόψε, θα σε οδηγήσει και αύριο. Υπάρχει ακόμα ένα ζήτημα το οποίο έχω εντολή να σου γνωστοποιήσω. Δεν πρέπει να μιλήσεις σε κανέναν για τις επισκέψεις σου εδώ, όσο διαρκεί η αξιοσέβαστη παραμονή του άρχοντά μας στο Ακαμαγκασέκι. Καθώς ταξιδεύει χωρίς να φανερώνει την ταυτότητά του (6), πρόσταξε να μη γίνει καμία αναφορά. Και τώρα είσαι ελεύθερος να επιστρέψεις στο ναό σου».
Αφού ο Χόιτσι υπέβαλε τις ευχαριστίες του με τον πρέποντα τρόπο, ένα γυναικείο χέρι τον συνόδευσε ως την είσοδο του σπιτιού, όπου ο ίδιος σαμουράι, που τον είχε οδηγήσει προηγουμένως, περίμενε για να τον γυρίσει πίσω. Τον οδήγησε στον εξώστη στο πίσω μέρος του ναού κι εκεί τον αποχαιρέτησε. 


Είχε σχεδόν χαράξει, όταν γύρισε ο Χόιτσι, αλλά η απουσία του από το ναό δεν είχε γίνει αντιληπτή. Όταν επέστρεψε ο ιερέας, η ώρα ήταν περασμένη και νόμισε ότι ο Χόιτσι κοιμόταν. Στη διάρκεια της ημέρας ο Χόιτσι μπόρεσε ν’ αναπαυθεί λιγάκι και δεν μίλησε σε κανέναν για την παράξενη περιπέτειά του. Τα μεσάνυχτα ο σαμουράι ξαναήρθε και τον οδήγησε στην αξιοσέβαστη ομήγυρη, όπου έκανε ακόμα μία απαγγελία με την ίδια επιτυχία που είχε και η προηγούμενη ερμηνεία του. Αλλά κατά τη διάρκεια της δεύτερης επίσκεψής του, η απουσία του από το ναό συμπτωματικά ανακαλύφθηκε, και μετά την επιστροφή του το πρωί, κλήθηκε να παρουσιαστεί στον ιερέα, ο οποίος του είπε σε τόνο ευγενικής επίπληξης:
«Ανησυχήσαμε πάρα πολύ για σένα, φίλε Χόιτσι. Είναι επικίνδυνο να βγαίνεις έξω μόνος τόσο αργά. Γιατί δεν μας είπες τίποτα; Θα είχα διατάξει έναν υπηρέτη να σε συνοδεύσει. Πού είχες πάει;»
Ο Χόιτσι αποκρίθηκε με υπεκφυγές. 
«Συγχώρεσέ με, ευγενικέ φίλε! Έπρεπε να φροντίσω κάποια προσωπική υπόθεση και δεν μπορούσα να το κάνω άλλη ώρα».
Ο ιερέας αισθάνθηκε περισσότερο έκπληξη παρά λύπη από την απροθυμία του Χόιτσι να μιλήσει· κατάλαβε ότι ήταν ασυνήθιστη και υποπτεύθηκε ότι συνέβαινε κάτι κακό. Φοβήθηκε ότι κάποια κακά πνεύματα είχαν κάνει μάγια ή είχαν ξεγελάσει τον τυφλό νέο. Δεν έκανε άλλες ερωτήσεις, αλλά έδωσε κρυφά οδηγίες στους υπηρέτες του ναού να προσέχουν τις κινήσεις του και να τον ακολουθήσουν σε περίπτωση που έφευγε ξανά νύχτα από το ναό.

Την επόμενη, μόλις οι υπηρέτες είδαν τον Χόιτσι να φεύγει από τον ναό, άναψαν αμέσως τα φανάρια τους και τον ακολούθησαν. Αλλά η νύχτα ήταν βροχερή και σκοτεινή και προτού οι υπηρέτες προφτάσουν να βγουν στον δρόμο, ο Χόιτσι είχε εξαφανιστεί. Ήταν ολοφάνερο ότι περπατούσε πολύ γρήγορα, πράγμα παράξενο αν λογαριάσουμε ότι ήταν τυφλός και ότι ο δρόμος ήταν σε κακή κατάσταση. Οι υπηρέτες έτρεξαν, ρώτησαν σε όλα τα σπίτια που συνήθως επισκεπτόταν ο Χόιτσι, αλλά δεν μπόρεσαν να μάθουν τίποτα. Καθώς, όμως, επέστρεφαν στον ναό από το δρόμο της παραλίας, ξαφνιάστηκαν από το άκουσμα του μπίβα, που έπαιζε ξέφρενα στο νεκροταφείο του Αμίντατζι. Εκτός από μερικές απόκοσμες φωτιές, σαν αυτές που συνήθως γοργοπετούσαν εκεί τις σκοτεινές νύχτες, όλα ήταν θεοσκότεινα προς εκείνο το μέρος. Οι άντρες έτρεξαν αμέσως στο νεκροταφείο, κι εκεί, με τη βοήθεια των φαναριών τους, βρήκαν τον Χόιτσι να κάθεται μόνος στη βροχή μπροστά στην επιτύμβια στήλη του Αντόκου τεννό, παίζοντας το μπίβα του και ψάλλοντας δυνατά τη ραψωδία της μάχης του Νταν-νο-ούρα. Πίσω του, γύρω του και παντού πάνω από τους τάφους οι φωτιές των νεκρών έκαιγαν σαν καντήλια. Ποτέ άλλοτε δεν είχε εμφανιστεί σε μάτια θνητών ένα τόσο μεγάλο πλήθος όνι-μπι.
«Χόιτσι-σαν! Χόιτσι-σαν!» φώναξαν οι υπηρέτες. «Σου έχουν κάνει μάγια, Χόιτσι-σαν!»
Αλλά ο τυφλός δε φαινόταν να τους ακούει. Ακούραστα έκανε το μπίβα του να ηχεί σαν κροτάλισμα, σαν κουδούνισμα και σαν κλαγγή κι έψαλλε όλο και πιο άγρια τη ραψωδία της μάχης του Νταν-νο-ούρα.
Τον έπιασαν και φώναξαν μέσα στο αυτί του: «Χόιτσι-σαν! Χόιτσι-σαν! Έλα αμέσως μαζί μας!»
Εκείνος τους μίλησε επιτιμητικά: «Είναι ανεπίτρεπτο να με διακόπτετε με τέτοιον τρόπο ενώπιον αυτής της αξιοσέβαστης ομήγυρης».
Παρ’ όλη την παραδοξότητα του πράγματος, στο άκουσμα αυτό οι υπηρέτες δεν μπόρεσαν να μην γελάσουν. Βέβαιοι ότι είχε πέσει θύμα μαγείας, τον άρπαξαν, τον στήριξαν στα πόδια του και τον εξανάγκασαν να γυρίσει στο ναό, όπου με εντολή του ιερέα τού έβγαλαν αμέσως τα βρεγμένα ρούχα. Κατόπιν ο ιερέας ζήτησε επίμονα ξεκάθαρες εξηγήσεις για την ακατανόητη συμπεριφορά του φίλου του.
Για πολλή ώρα Χόιτσι δίσταζε να μιλήσει. Στο τέλος όμως, καταλαβαίνοντας ότι η συμπεριφορά του είχε αναστατώσει και θυμώσει τον καλό ιερέα, άφησε τις επιφυλάξεις του και εξιστόρησε όλα όσα είχαν συμβεί από την πρώτη στιγμή της επίσκεψης του σαμουράι.
Ο ιερέας είπε: «Χόιτσι, φτωχέ μου φίλε, βρίσκεσαι σε μεγάλο κίνδυνο! Τι κρίμα να μην μου τα έχεις πει όλα από την αρχή! Η θαυμάσια δεξιοτεχνία σου σ’ έχει βάλει σε αλλόκοτα προβλήματα. Για την ώρα πρέπει να ξέρεις ότι δεν επισκέφθηκες κανένα απολύτως σπίτι, αλλά πέρασες τις νύχτες σου στο νεκροταφείο, ανάμεσα στους τάφους των Χεϊκέ. Οι άνθρωποί μας σε βρήκαν απόψε καθισμένο στη βροχή μπροστά στην επιτύμβια στήλη του Αντόκου τεννό. Αυτά που φαντάστηκες ήταν ψευδαισθήσεις· όλα, εκτός από το κάλεσμα των νεκρών. Μια φορά αν τους υπακούσεις, υποτάσσεσαι στη δύναμή τους. Αν τους υπακούσεις ξανά, ύστερα από αυτά που έγιναν, θα σε κομματιάσουν. Αλλά αργά ή γρήγορα θα σε αφάνιζαν... Τώρα, δεν μπορώ να μείνω μαζί σου απόψε. Μ’ έχουν καλέσει να τελέσω μία λειτουργία. Αλλά προτού φύγω, είναι ανάγκη να προστατεύσουμε το σώμα σου γράφοντας πάνω του ιερά κείμενα».
Προτού πέσει ο ήλιος, ο ιερέας και ο βοηθός του έγδυσαν τον Χόιτσι. Έπειτα με τα πινέλα καλλιγραφίας τους έγραψαν πάνω στο στήθος και στην πλάτη του, στο κεφάλι, στο πρόσωπο και στον λαιμό του, στα χέρια και στα πόδια του, ακόμα και στις πατούσες του και σε όλα τα μέρη του σώματός του κείμενα από το ιερό σούτρα  που λέγεται Χάννυα-Σιν-Κυό (7). Όταν τελείωσαν, ο ιερέας έδωσε οδηγίες στον Χόιτσι λέγοντάς του:
«Απόψε, μόλις φύγω, πρέπει να καθίσεις στον εξώστη και να περιμένεις. Θα σε καλέσουν. Αλλά, ό,τι και να γίνει, να μην απαντήσεις και να μην κινηθείς. Να μην μιλήσεις καθόλου και να καθίσεις ακίνητος σαν να διαλογίζεσαι. Αν κάνεις την παραμικρή κίνηση ή τον παραμικρό θόρυβο, θα γίνεις κομμάτια. Μην φοβηθείς, αλλά και μην διανοηθείς να ζητήσεις βοήθεια, γιατί καμία βοήθεια δεν μπορεί να σε σώσει. Αν κάνεις ακριβώς όπως σου λέω, ο κίνδυνος θα περάσει και δεν θα έχεις κανέναν φόβο πια».

Όταν έπεσε το σκοτάδι, ο ιερέας και ο βοηθός του έφυγαν. Ο Χόιτσι ακολουθώντας τις οδηγίες κάθισε στον εξώστη. Ακούμπησε το μπίβα δίπλα του και παίρνοντας στάση διαλογισμού έμεινε αμίλητος, προσέχοντας να μην βήξει και να μην ανασαίνει δυνατά. Έμεινε έτσι για ώρες.
Τότε άκουσε από τον δρόμο τα βήματα να έρχονται. Πέρασαν την πύλη, διέσχισαν τον κήπο, πλησίασαν στον εξώστη και σταμάτησαν ακριβώς μπροστά του.
«Χόιτσι!» κάλεσε η τραχιά φωνή. Αλλά ο τυφλός κράτησε την αναπνοή του κι έμεινε ακίνητος.
«Χόιτσι!» κάλεσε με πείσμα η φωνή για δεύτερη φορά. Και την τρίτη φορά άγρια: «Χόιτσι!»
Ο Χόιτσι έμεινε ακίνητος σαν βράχος και η φωνή θύμωσε: «Καμία απάντηση. Δεν μπορεί. Πρέπει να τον βρω».
Τα βαριά βήματα ακούστηκαν να ανεβαίνουν στον εξώστη. Τα πόδια τον πλησίασαν και στάθηκαν δίπλα του. Έπειτα για μερικά ατελείωτα λεπτά, που στη διάρκειά τους ο Χόιτσι αισθανόταν όλο το σώμα του να τραντάζεται από τα χτυπήματα της καρδιάς του, έπεσε σιωπή τάφου. 
Τέλος η τραχιά φωνή κοντά του μουρμούρισε: «Να το μπίβα, αλλά από τον παίκτη του μπίβα βλέπω μόνο δύο αυτιά... Να γιατί δεν απαντάει. Δεν έχει στόμα για να μιλήσει. Δεν απόμεινε απ’ αυτόν τίποτα άλλο παρά μόνο τα αυτιά του... Θα τα πάω στον άρχοντά μου για να του αποδείξω ότι υπάκουσα στις αξιοσέβαστες προσταγές του, όσο ήταν μπορετό».
Εκείνη τη στιγμή ο Χόιτσι ένιωσε τα σιδερένια δάχτυλα να γραπώνουν τ’ αυτιά του και να τα ξεκολλούν. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος, αλλά δεν έβγαλε άχνα. Τα βαριά βήματα απομακρύνθηκαν από τον εξώστη, κατέβηκαν στον κήπο, πέρασαν στο δρόμο κι έσβησαν. Και από τις δύο πλευρές του κεφαλιού του ο τυφλός αισθάνθηκε να τρέχουν πηχτά, ζεστά ρυάκια, αλλά δεν τόλμησε να σηκώσει τα χέρια του...
Ο ιερέας επέστρεψε πριν χαράξει. Έτρεξε στον εξώστη, προχώρησε και γλίστρησε πάνω σε κάτι υγρό. Έβγαλε μία κραυγή φρίκης, γιατί στο φως του φαναριού του είδε ότι ήταν αίμα. Αντιλήφθηκε ότι ο Χόιτσι καθόταν εκεί, σε στάση διαλογισμού, ενώ το αίμα κυλούσε από τις πληγές του.  
«Φτωχέ μου Χόιτσι!» φώναξε ο ιερέας ξαφνιασμένος. «Τι είναι αυτό; Είσαι πληγωμένος;»
Στο άκουσμα της φωνής του φίλου, ο τυφλός αισθάνθηκε ασφαλής. Ξέσπασε σε λυγμούς και ανάμεσα στα δάκρυά του διηγήθηκε τη νυχτερινή περιπέτειά του.
«Φτωχέ, φτωχέ μου Χόιτσι!» αναφώνησε ο ιερέας. «Είναι δικό μου το σφάλμα. Οδυνηρό σφάλμα! Πάντού πάνω στο σώμα σου γράφτηκαν ιερά κείμενα, εκτός από τ’ αυτιά σου! Εμπιστεύθηκα στον βοηθό μου να κάνει αυτή τη δουλειά, και ήταν μεγάλο, πολύ μεγάλο λάθος μου να μην βεβαιωθώ ότι την έκανε σωστά! Λοιπόν, η κατάσταση τώρα δεν αλλάζει. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να γιατρέψουμε τις πληγές σου όσο πιο γρήγορα γίνεται. Κουράγιο, φίλε μου! Ο κίνδυνος πέρασε. Εκείνοι οι επισκέπτες δεν θα σ’ ενοχλήσουν ποτέ ξανά».
Με τη βοήθεια ενός καλού γιατρού οι πληγές του Χόιτσι γιατρεύτηκαν γρήγορα.
Η ιστορία αυτής της παράξενης περιπέτειας διαδόθηκε στην αυτοκρατορία και ο Χόιτσι έγινε πασίγνωστος. Πολλοί άρχοντες πήγαν στο Ακαμαγκασέκι για να τον ακούσουν ν’ απαγγέλει και του έδωσαν μεγάλα χρηματικά δώρα. Έτσι έγινε πλούσιος... Αλλά από την περιπέτειά του και ύστερα έγινε γνωστός με το όνομα Μίμι-νάσι-Χόιτσι, που πάει να πει «Χόιτσι ο κοψαύτης».


ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
(1) Στο Kottô μου υπάρχει περιγραφή αυτών των παράξενων καβουριών.
(2)  Ακαμαγκασέκι ή Σιμονοσέκι. Η πόλη είναι επίσης γνωστή με το όνομα Μπακκάν.
(3) ο μπίβα είναι ένα λαούτο με τέσσερις χορδές που χρησιμοποιείται κυρίως στις θεατρικές απαγγελίες. Παλιότερα οι επαγγελματίες αοιδοί, που απήγγελαν το Χεϊκέ-Μονογκατάρι και άλλες τραγωδίες, λέγονταν μπίβα-χόσι, που θα πει «ιερείς με το λαούτο». Η καταγωγή αυτής της ονομασίας δεν είναι σαφής, αλλά είναι πιθανό να προέρχεται από το γεγονός ότι οι ιερείς με το λαούτο, καθώς και οι τυφλοί χειροπράκτες (σαμπούερς) είχαν ξυρισμένα τα κεφάλια τους, όπως οι βουδιστές ιερείς. 
Το μπίβα παίζεται με ένα είδος πένας, που λέγεται μπάτσι, και συνήθως φτιάχνεται από κέρατο.
(4) Έκφραση που δείχνει σεβασμό και σημαίνει το άνοιγμα της πύλης. Τον χρησιμοποιούσαν οι σαμουράι, όταν καλούσαν τους φρουρούς να τους ανοίξουν την πύλη του άρχοντα.
(5) Η φράση μπορεί να αποδοθεί και ως «γιατί ο πόνος αυτού του τμήματος είναι βαθύτατος». Η ιαπωνική λέξη για τη θλίψη στο αυθεντικό ιαπωνικό κείμενο είναι αβαρέ.
(6) «Ταξιδεύει χωρίς να φανερώνει την ταυτότητά του»: αυτή η φράση αποδίδει το νόημα του πρωτοτύπου «κάνει μυστικό αξιότιμο ταξίδι» σινόμπι νο γκο-ρυοκό.
(7) Έτσι λέγεται στην Ιαπωνία το Έλασσον Πράγκνα-Παραμιτά-Χριντάυα-Σούτρα. Και τα δύο, το έλασσον και το μείζον, λέγονται Πράγκνα-Παραμιτά, που θα πει «Ανυπέρβλητη Σοφία», έχουν μεταφραστεί από τον εκλειπόντα καθηγητή Max Muller και βρίσκονται στον τόμο xlix του έργου Sacred Books of the East (Buddhist Mahayana Sutras).
Με την ευκαιρία της μαγικής χρήσης των κειμένων, όπως περιγράφεται σε αυτή την ιστορία, αξίζει να αναφέρουμε ότι το αντικείμενο του σούτρα είναι το δόγμα της Κενότητας των Μορφών, δηλαδή ο μη αληθής χαρακτήρας τόσο των φαινομένων όσο και των νοουμένων. «Η μορφή είναι κενό και το κενό μορφή. Το κενό δεν διαφέρει από τη μορφή και η μορφή δεν διαφέρει από το κενό. Ό,τι είναι μορφή, αυτό είναι και κενό. Ό,τι είναι κενό, αυτό είναι και μορφή... Αντίληψη, ονομασία, έννοια και γνώση είναι επίσης κενό. Δεν υπάρχουν μάτια, μύτη, γλώσσα, σώμα και νους... Άλλά όταν η περιχαράκωση της συνείδησης εκμηδενιστεί, τότε [αυτός που αναζητά] ελευθερώνεται από όλους τους φόβους και πέρα από κάθε δυνατότητα αλλαγής απολαμβάνει την τελική Νιρβάνα».

Copyright© Τέτη Σώλου, 2009 
All rights reserved


Η φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο του Τάκη Ευσταθίου.
The photo is from Takis Efstathiou personal archive.

Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Τζίου-ρόκου-ζακουρά

από το Kwaidan (1904)
του Λευκάδιου Χερν

Στο Ουακεγκόρι, μια περιοχή στην επαρχία του Iγιό, υπάρχει μια πολύ παλιά και ονομαστή κερασιά, που λέγεται Τζίου-ρόκου-ζακουρά, δηλαδή «Κερασιά της δέκατης έκτης μέρας», γιατί κάθε χρόνο ανθίζει τη δέκατη έκτη μέρα του πρώτου μήνα –με το παλιό σεληνιακό ημερολόγιο– εκείνη τη μέρα ακριβώς –ούτε μια μέρα πριν ούτε μια μέρα μετά. Ανθίζει μέσα στο καταχείμωνο, παρ’ όλο που το φυσιολογικό για ένα κερασόδεντρο είναι να περιμένει την άνοιξη για να πετάξει μπουμπούκια. Αλλά η Τζίου-ρόκου-ζακουρά ανθίζει με ζωή που δεν είναι –ή τουλάχιστον αρχικά δεν ήταν– δική της. Μέσα σ’ αυτό το δέντρο υπάρχει το πνεύμα ενός ανθρώπου.

* * *

Ήταν ένας σαμουράι του Iγιό και το δέντρο μεγάλωνε στον κήπο του και άνθιζε τη συνηθισμένη εποχή, δηλαδή γύρω στο τέλος Μαρτίου με αρχές Απριλίου. Είχε παίξει κάτω από αυτό το δέντρο, όταν ήταν παιδί. Οι γονείς του, οι παππούδες του και οι πρόγονοί του κρεμούσαν στ’ ανθισμένα κλωνάρια του, για πάνω από εκατό χρόνια, χαρούμενες κορδέλες από χρωματιστό χαρτί, που είχαν γραμμένα επάνω τους ποίηματα και εγκώμια. Αυτός ο ίδιος είχε γεράσει πολύ, είχε ζήσει περισσότερο απ’ όλα τα παιδά του, και δεν του είχε απομείνει τίποτε άλλο ζωντανό στον κόσμο, εκτός από αυτό το δέντρο. Μα να! Κάποιο καλοκαίρι το δέντρο μαράθηκε και πέθανε.
Κατάκαρδα λυπήθηκε ο γέρος για το δέντρο του. Τότε ευγενικοί γείτονες βρήκαν ένα νεαρό και όμορφο κερασόδεντρο και το φύτεψαν στον κήπο του, ελπίζοντας ότι έτσι θα τον παρηγορήσουν. Τους ευχαρίστησε και προσποιήθηκε ότι ήταν ευτυχής. Αλλά η καρδιά του ήταν γεμάτη πόνο, γιατί αγαπούσε το γέρικο δέντρο τόσο πολύ, που τίποτα δεν μπορούσε να τον παρηγορήσει για τον χαμό του.
Στο τέλος ήρθε στο μυαλό του μια χαρούμενη σκέψη. Αναθυμήθηκε έναν τρόπο με τον οποίο το αφανισμένο δέντρο μπορούσε να σωθεί. (Ήταν η δέκατη έκτη μέρα του πρώτου μήνα.) Κατέβηκε στον κήπο του, υποκλίθηκε βαθιά μπροστά στο μαραμένο δέντρο και του μίλησε μ’ αυτά τα λόγια:
«Τώρα καταδέξου, σε θερμοπαρακαλώ, ν’ ανθίσεις και πάλι, γιατί θα πεθάνω εγώ στη θέση σου».

(Υπάρχει η δοξασία ότι κάποιος μπορεί να θυσιάσει τη ζωή του για κάποιο άλλο πρόσωπο ή πλάσμα ή ακόμα και δέντρο με τη χάρη των θεών. Η μεταφορά της ζωής εκφράζεται με τον όρο μιγκαουάρι νι τάτσου που σημαίνει «ενεργώ ως αντικαταστάτης».)

Έπειτα άπλωσε κάτω από το δέντρο ένα άσπρο ύφασμα και μερικά καλύμματα, κάθισε πάνω τους κι έκανε χαράκιρι σύμφωνα με το τυπικό των σαμουράι. Το πνεύμα του μπήκε στο δέντρο κι εκείνο άνθισε την ίδια στιγμή.
Και ανθίζει ακόμα κάθε χρόνο τη δέκατη έκτη μέρα του πρώτου μήνα –την εποχή του χιονιού.


© Μετάφραση: Τέτη Σώλου, 2009
All rights reserved

Δευτέρα 20 Ιανουαρίου 2014

Θρύψαλο

από το In Ghostly Japan (1899)
του Λευκάδιου Χερν

Photo: Takis Efstathiou

Μη νομίσεις ότι τα όνειρα έρχονται μόνο τη νύχτα.
Το όνειρο αυτού του κόσμου του πόνου το βλέπουμε ακόμα και την ημέρα.
Ιαπωνικό ποίημα

Ο ήλιος βασίλευε την ώρα που έφτασαν στα ριζά του βουνού. Δεν υπήρχε ίχνος ζωής σ’ εκείνο το μέρος ούτε μια σταλιά νερό ούτε ένα τόσο δα βλασταράκι ούτε σκιά από πουλί πετούμενο. Τίποτα άλλο από απέραντη ερημιά. Και η βουνοκορφή χανόταν στα ουράνια. 
Τότε ο Μποντισάτβα είπε στον νεαρό συνοδοιπόρο του:
«Αυτό που ζήτησες να δεις, θα φανερωθεί μπροστά σου. Όμως, ο τόπος της αποκάλυψης είναι μακριά και ο δρόμος τραχύς. Ακολούθησέ με και μην φοβάσαι. Η δύναμη θα σου δοθεί».
Το λυκόφως τους τύλιγε με μισοσκόταδο καθώς ανέβαιναν. Δεν υπήρχε χαραγμένο μονοπάτι ούτε σημάδι ότι είχε ξαναπεράσει άνθρωπος και πορεύονταν πάνω σ' έναν ατέλειωτο σωρό από θρύψαλα που αναποδογύριζαν και κυλούσαν κάτω απ’ τα πόδια τους. Μερικές φορές ξεκόλλαγαν πολλά μαζί και ο θόρυβος της κατολίσθησης άφηνε σπηλαιώδη αντίλαλο κι άλλοτε ο ήχος των βημάτων ακουγόταν σαν να σπάνε κοχύλια.
«Μη φοβάσαι, παιδί μου», είπε ο Μποντισάτβα που οδηγούσε. «Δεν υπάρχει κίνδυνος, όσο ζοφερός κι αν είναι ο δρόμος».
Σκαρφάλωναν κάτω από τ’ αστέρια γρήγορα-γρήγορα με τη βοήθεια μιας δύναμης πάνω από τ’ ανθρώπινα. Διέσχιζαν πέπλα καταχνιάς κι έβλεπαν από κάτω τους μια βουβή, λευκή σαν γάλα θάλασσα από σύννεφα, που απλωνόταν ολόγυρα.
Ώρες πολλές ανέβαιναν. Μορφές αόρατες παραμέριζαν στο πέρασμά τους και συντρίβονταν υπόκωφα και αχνές παγωμένες φλόγες άναβαν κι έσβηναν σε κάθε θρυψάλισμα.
Ο νεαρός προσκυνητής ακούμπησε το χέρι του σε κάτι λείο που δεν ήταν πέτρα. Το σήκωσε και διέκρινε αμυδρά τον άσαρκο χλευασμό του θανάτου.
«Μην αργοπορείς, παιδί μου», τον παρακίνησε η φωνή του δασκάλου. «Η κορφή που πρέπει να κατακτήσουμε είναι ακόμα πολύ μακριά!»
Έπεσε το σκοτάδι κι ακόμα σκαρφάλωναν και συνεχώς ένιωθαν κάτω από τα πόδια τους το απαλό, αλλόκοτο θρυψάλισμα κι έβλεπαν τις παγωμένες φωτιές να σηκώνονται και να χάνονται μέχρι που το σκοτάδι της νύχτας έγινε γκρίζο, τ’ αστέρια άρχισαν να σβήνουν και άρχισε φωτίζει η ανατολή.
Κι ακόμα ανέβαιναν γρήγορα-γρήγορα με τη βοήθεια μιας δύναμης πάνω από τ’ ανθρώπινα. Τους περιτριγύριζε τώρα παγερότητα θανάτου και τρομακτική σιωπή... Μια χρυσή φλόγα έλαμψε στην ανατολή.
Τα μάτια του προσκυνητή αντίκρυσαν απόκρημνα και γυμνά ύψη. Τον έπιασε τρεμούλα και απερίγραπτο δέος. Γιατί πουθενά δεν υπήρχε έδαφος ούτε κάτω ούτε γύρω του ούτε και ψηλότερα, μονάχα ένα σωρός από αποκρουστικά και αναρίθμητα κρανία και θρύψαλα κρανίων και σκόνη από κόκαλα, με τα σκορπισμένα δόντια να τρεμοφέγγουν μέσα σ’ αυτό το ανακάτεμα, όπως τρεμοφέγγουν τα κοχύλια ανάμεσα στα φύκια που ξέβρασε η παλίρροια.
«Μη φοβάσαι, παιδί μου», ακούστηκε η φωνή του Μποτισάτβα. «Μονάχα η δύναμη της καρδιάς μπορεί να σε φέρει στον τόπο της αποκάλυψης».
Ο κόσμος πίσω τους είχε εξαφανιστεί. Δεν απόμεινε τίποτα παρά μόνο τα σύννεφα κάτω, ο ουρανός επάνω και ανάμεσά τους ο σωρός από τα κρανία, που απλωνόταν όσο έφτανε το μάτι κι ακόμα πιο πέρα.
Ο ήλιος ανηφόρισε μαζί με τους αναρριχητές, το φως του όμως δεν είχε ζεστασιά, αλλά τη διαπεραστική ψυχρότητα του σπαθιού. Και η φρίκη του ασύλληπτου ύψους, ο εφιάλτης του ασύλληπτου βάθους και ο τρόμος της σιωπής ολοένα αύξαιναν και βάραιναν πάνω στον προσκυνητή. Κράτησε το βήμα του κι έτσι όλη του η δύναμη μονομιάς τον εγκατέλειψε και βόγγηξε όπως κάποιος που κοιμάται και βλέπει όνειρο.
«Κάνε γρήγορα, παιδί μου», φώναξε ο Μποντισάτβα, «η μέρα κρατάει λίγο και η κορφή είναι πολύ μακριά».
Αλλά ο προσκυνητής έσκουξε:
«Φοβάμαι. Φοβάμαι απερίγραπτα! Η δύναμή μου με εγκατέλειψε».
«Η δύναμη θα ξαναγυρίσει, παιδί μου», απάντησε ο Μποντισάτβα. «Κοίταξε κάτω και πάνω και γύρω σου και πες μου τι βλέπεις».
«Δεν μπορώ», φώναξε ο προσκυνητής που είχε στηλώσει τα πόδια κι έτρεμε. «Δεν τολμάω να κοιτάξω κάτω. Μπροστά μου και ολόγυρά μου δεν υπάρχει τίποτα άλλο από νεκροκεφαλές».
«Κι ακόμα, παιδί μου», είπε ο Μποντισάτβα χαμογελώντας γλυκά, «κι ακόμα δεν έμαθες από τι είναι φτιαγμένο αυτό το βουνό;».
Ο άλλος ανατριχιάζοντας σύγκορμος επανέλαβε:
«Φοβάμαι! Φοβάμαι ανείπωτα! Δεν υπάρχει τίποτε άλλο από νεκροκεφαλές!»
«Είναι ένα βουνό από νεκροκεφαλές», αποκρίθηκε ο Μποντισάτβα. «Και μάθε, παιδί μου, ότι όλες είναι δικές σου. Καθεμιά τους υπήρξε κάποτε φωλιά των ονείρων, των ψευδαισθήσεων και των επιθυμιών σου. Ούτε μία από αυτές δεν είναι κάποιου άλλου. Όλες, χωρίς καμία εξαίρεση, είναι δικά σου κρανία από τα δισεκατομμύρια ζωές που έχεις ζήσει».

ΣτΜ: Οι μποντισάτβα είναι συμπονετικές υπάρξεις, που ηθελημένα δεν εισέρχονται στη νιρβάνα, για να προσφέρουν τη βοήθειά τους στην ανθρωπότητα, μέχρι να απαλλαγεί από τα δεινά της. 


© Μετάφραση: Τέτη Σώλου
All rights reserved