Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ►Kwaidan. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ►Kwaidan. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Lafcadio Hearn: a fountain of inspiration



Here I am in front of «The portrait of Lafcadio Hearn», an artwork of mine which I made last year in the memory of the great and beloved writer. It is the first of a series of artworks I am working this period inspired from Lafcadio. Since I met him, Lafcadio has been for me a fountain of inspiration.
Maybe it's too early to say for sure if I approach Lafcadio through art or if I approach art through Lafcadio. I have a lot of penciling and inking ahead.
One thing I can say for sure is that Lafcadio Hearn made me a better person. 110 years after his death, he still is a great teacher.
Thank you, Lafcadio Hearn!

Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

Κοττό, Ιαπωνικό Μωσαϊκό και Καϊντάν του Λευκάδιου Χερν στα ελληνικά


Έτοιμο το Ιαπωνικό Μωσαϊκό! Έτοιμο και το Καϊντάν! Μαζί με το Κοττόπου προηγήθηκε εδώ και λίγες εβδομάδες, ολοκληρώθηκε το πρώτο μέρος της σειράς «Λευκάδιος Χερν» με τα τρία βιβλία του Λευκάδιου Χερν στα ελληνικά, στην ολοκληρωμένη μορφή τους, ακριβώς όπως στην πρώτη έκδοση που είδε και ενέκρινε ο συγγραφέας. Κυκλοφορούν φέτος, το 2014, που είναι η επέτειος των 110 χρόνων από τον θάνατό του και των 150 χρόνων από την Ένωση των Νησιών του Ιονίου με την Ελλάδα και καλωσορίζουν τον Λευκάδιο που επιστρέφει στη μητρική γη.



Όταν πήρα τα πρώτα βιβλία στα χέρια μου, τα πήγα κατευθείαν στον αγαπητό μου κ. Τάκη Ευσταθίου, στον άνθρωπο στο οποίου το όραμα, την πρωτοβουλία και τις προσπάθειες οφείλεται το Open Mind of Lafcadio Hearn, που διατηρεί και διαδίδει το έργο και το πνεύμα του Λευκάδιου Χερν παγκόσμια. Χωρίς λόγια και με πολλή συγκίνηση τοποθέτησε δίπλα στα καινούργια βιβλία του 2014 τις πρώτες εκδόσεις των ίδιων έργων που έχει στην πλούσια συλλογή του και τα φωτογράφισε. 

Εγώ, φωτογράφισα τα τρία βιβλία του Λευκάδιου Χερν πάνω στο ξύλινο γραφείο που δουλεύτηκαν οι μεταφράσεις μαζί με το μικρό γλυπτό του Μασάκι Νόντα, που βρίσκεται πάντα δίπλα μου.  


Καθένα απ' αυτά τα βιβλία είναι δεκαοχτώ μήνες δουλειάς που γινόταν χωρίς την ελπίδα ότι τα βιβλία θα εκδοθούν. Οι ελληνικοί εκδοτικοί οίκοι που είχα προσεγγίσει στην αρχή, θεωρούσαν τον Χερν αντιεμπορικό. Αργότερα η οικονομική κρίση τους έκανε ακόμα πιο επιφυλακτικούς. Στην Αυστραλία, όμως, το «Ταμείο Παγκόσμιας Κυθηραϊκής Κληρονομιάς» και ο George C. Poulos είχαν όραμα να φτάσει ο μεγάλος συγγραφέας στους Έλληνες της Ελλάδας και της Διασποράς. 

Ίσως έπρεπε να το είχα σκεφτεί ότι η ίδια πολυπολιτισμικότητα που χαρακτήριζε τον Χερν και την έκδοση των έργων του (τα βιβλία που έγραφε στην Ιαπωνία εκδίδονταν στην Αμερική), θα χαρακτήριζε και την έκδοση των ελληνικών μεταφράσεών του. 
Συμπτώσεις ίσως. Ο Ντένης Τζαννάτος, δημοσιογράφος και γελοιογράφος, που έκανε τις διορθώσεις των βιβλίων και ο Ηλίας Ταμπακέας, σκιτσογράφος και δάσκαλος σκίτσου, που έκανε την επιμέλεια και παραβολή αγγλικού–ελληνικού κειμένου έχουν ισχυρούς δεσμούς εκτός Ελλάδας.

Κοιτάζω τα βιβλία, τα καμαρώνω, τα αγγίζω, τα ξεφυλλίζω, τα μυρίζω κι αναρωτιέμαι αν είναι αλήθεια ή μια δυνατή ανάμνηση ή μήπως ένα ζωντανό όνειρο. Αναθυμάμαι τα λόγια του Λευκάδιου στη σύζυγό του το πρωινό της μέρας του θανάτου του:
«Έκανα ένα μακρύ μακρύ ταξίδι χτες τη νύχτα. Αλλά τώρα να 'μαι που καπνίζω στη βιβλιοθήκη του σπιτιού μας στο Νίσι Όκουμπο. Στ’ αλήθεια η ζωή και ο κόσμος είναι παράξενα. Έκανα πράγματι ένα ταξίδι χτες τη νύχτα; Ή είναι όνειρο το ότι κάθομαι εδώ και καπνίζω;».

Τρίτη 27 Μαΐου 2014

Τελευταίος έλεγχος του «Καϊντάν»

Το Καϊντάν παίρνει τον δρόμο του για το τυπογραφείο. Αφού ελέγχθηκαν ξανά και ξανά τα αρχεία και περάστηκαν οι διορθώσεις, ετοιμάστηκαν οι ηλιοτυπίες.
Σάββατο πρωί. Ο τελευταίος έλεγχος στις ηλιοτυπίες συνδυάστηκε με έναν ευχάριστο πρωινό καφέ στο Σύνταγμα. 



Ο διορθωτής Ντένης Τζαννάτος

Η μεταφράστρια Τέτη Σώλου




Παρασκευή 14 Μαρτίου 2014

Η ιστορία ενός συμβόλου


Πριν από πολλά χρόνια η Άννα μου είχε χαρίσει ένα κόσμημά της. Μια καρφίτσα από αλπακά. Η αξία του κοσμήματος είναι μικρή. Η «από διαθέσεως αξία», που λένε τα νομικά βιβλία είναι μεγάλη, μια και το δώρο είναι από τη γιαγιά μου που κι εκείνης της το είχε δώσει η προγιαγιά μου. Οικογενειακό κειμήλιο μ' άλλα λόγια. 

H καρφίτσα της γιαγιάς


Η συναισθηματική του αξία έγινε ακόμα πιο μεγάλη, όταν συνάντησα την ίδια καρφίτσα σε μια παλιά φωτογραφία της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου. Ναι, ναι της πρώτης Ελληνίδας διηγηματογράφου, που την αγαπώ πολύ και που παρ' όλο που έζησε λίγους μήνες στη Θεσσαλονίκη, εγώ την έχω συνδέσει με την αγαπημένη μου πόλη. Το βιβλίο που έχω γράψει για τη Θεσσαλονίκη ξεκίνησε από ένα μικρό κείμενό της

Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου

Στην μοναδική φωτογραφία της που σώζεται, η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου φοράει μια καρφίτσα ίδια, ολόιδια με το δώρο της γιαγιάς. Τυχαίο;

Ο Λευκάδιος Χερν και η Ιαπωνία που γνώρισα μέσα από τα γραπτά του μ' έφεραν μπροστά στο ιτσιμοντζιγκινού. Στο χρυσάνθεμο που είναι το σύμβολο του αυτοκράτορα. Συνδέθηκε με την αυτοκρατορική οικογένεια εξ αιτίας της ομοιότητάς του με τον ήλιο.



Στην ιαπωνική μυθολογία η θεά του ήλιου, η Αματεράσου, έφερε στον κόσμο τον Τζιμμού, τον πρώτο αυτοκράτορα της Ιαπωνίας. Το αυτοκρατορικό έμβλημα παρουσιάζει ένα χρυσό χρυσάνθεμο με δεκαέξι πέταλα, γνωστό ως ιτσιμοντζιγκινού.

Τζιμμού, ο πρώτος αυτοκράτορας της Ιαπωνίας

Το χρυσάνθεμο, που μοιάζει με τον ήλιο που τόσο λαμπερός φαίνεται πίσω από τον Τζιμμού, βρήκα πως είναι ένα παγκόσμιο σύμβολο. Ιάπωνες, Ασσσύριοι, Σουμέριοι, Αιγύπτιοι ως το Μεξικό είχαν συγκινηθεί από αυτό το σύμβολο. 
Το ίδιο και οι αρχαίοι Έλληνες. Από το παλάτι του Μίνωα στην Κνωσσό μέχρι τον τάφο του Φιλίππου συναντάμε αυτόν τον συνδυασμό του παντοδύναμου ήλιου με το λουλούδι σε πλήρη άνθιση αποτυπωμένο σε τοιχογραφίες, αγγεία, λάρνακες, αγάλματα.

Ψάχνοντας χτες το βράδυ τα χαρτιά μου σύνδεσα όλες αυτές τις πληροφορίες κι έκανα συνειρμούς που δεν είχα κάνει πρωτύτερα. Η καρφίτσα της γιαγιάς και της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, το λαμπερό σύμβολο της χώρας του Ανατέλλοντος Ήλιου και της Αρχαίας Ελλάδας από την Κρήτη μέχρι τη Μακεδονία... και όχι μόνο.

Το σήμα της σειράς των έργων του Λευκάδιου Χερν
σε μετάφραση Τέτης Σώλου

Είναι ταιριαστό να συνοδεύει τη σειρά των έργων του Λευκάδιου Χερν, του οικουμενικού ανθρώπου με το ανοιχτό μυαλό, ένα οικουμενικό σύμβολο πνευματικής δύναμης και ακμής. Ο ίδιος ο Λευκάδιος δεν γνώρισε παρακμή. Ο θάνατος τον βρήκε στα 54 χρόνια του έχοντας αφήσει σπουδαίο συγγραφικό έργο κι έχοντας ενδεχομένως άλλα τόσα να γράψει.

Ο Τάκης Ευσταθίου, υπεύθυνος της σειράς «Λευκάδιος Χερν», πάντα τυπικός, είχε ενημερώσει τον Ιάπωνα πρόξενο για την έκδοση των βιβλίων και για τη χρήση του ιτσιμόντζι γκινού στα εξώφυλλα, που ιδιαίτερα πάνω στο κόκκινο και στο μπλε χρώμα θυμίζει το ιαπωνικό διαβατήριο. «Μα και βέβαια. Είναι το ιαπωνικό διαβατήριο με το οποίο ο Λευκάδιος Χερν επιστρέφει στην Ελλάδα», ήταν η συγκινητική απάντηση.





Σάββατο 1 Μαρτίου 2014

Οι αφηγήσεις της Σέτσου στον Λευκάδιο

Ο Λευκάδιος Χερν ζητούσε συχνά από τη σύζυγό του να του αφηγηθεί μικρές ιστορίες και παλιούς μύθους. Του άρεσε να του διηγείται τις ιστορίες αφού πρώτα τις είχε διαβάσει και αφομοιώσει.
«Δε θέλω να μου τις διαβάζεις από το βιβλίο. Προτιμώ τις δικές σου λέξεις και φράσεις», της έλεγε.
Όταν η αφήγηση έφτανε σε κάποιο ενδιαφέρον σημείο, ο Χερν γινόταν πολύ ανυπόμονος. Η έκφραση του προσώπου του άλλαζε εκπληκτικά και τα μάτια του έκαιγαν. Έμπαινε στην αφήγηση και τη ζούσε ολοκληρωτικά.
Όσα έγραφε δεν βρίσκονταν στα βιβλία που αγόραζε και ζητούσε τη γνώμη της για τις προσθήκες που έκανε, όπως μας πληροφορούμαστε από το βιβλίο Αναμνήσεις της Σέτσου Κοϊζούμι.

Στη σειρά της ιαπωνικής τηλεόρασης με πρωταγωνιστή τον George Tsakiris στον ρόλο του Λευκάδιου Χερν παρουσιάζονται οι συζητήσεις του ζευγαριού πάνω στις ιστορίες που αργότερα θα μετέφερε στο χαρτί ο συγγραφέας.




Η ιστορία του Μίμι-νάσι-Χόιτσι περιλαμβάνεται στο Kwaidan.
Μπορείτε να τη διαβάσετε

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Μουτζινά

από το Kwaidan (1904)
του Λευκάδιου Χερν

Στην οδό Ακάσακα στο Τόκυο υπάρχει μια ανηφοριά που λέγεται Κιι-νο-κούνι-ζάκα, που σημαίνει η Ανηφοριά της Επαρχίας του Κίι. Δεν ξέρω γιατί λέγεται έτσι. Στη μια πλευρά της θα δείτε μια αρχαία τάφρο, βαθιά και πολύ πλατιά και στην άλλη πλευρά του δρόμου εκτείνονται τα μακρά και αγέρωχα τείχη του παλατιού. Πριν από τον φωτισμό των δρόμων και πριν από τα τζινρικίσα, μόλις νύχτωνε, η γειτονιά ερήμωνε, και οι αργοπορημένοι διαβάτες προτιμούσαν να κάνουν παράκαμψη χιλιομέτρων, παρά ν’ ανηφορίσουν μονάχοι το Κιι-νο-κούνι-ζάκα μετά το ηλιοβασίλεμα.
Και όλα αυτά εξ αιτίας ενός μουτζινά, που συνήθιζε να κάνει τον περίπατό του εκεί.
Ο τελευταίος άνθρωπος που είδε το μουτζινά ήταν ένας γέρος έμπορος από τη συνοικία Κυόμπασι, που πέθανε πριν από τριάντα χρόνια. Να η ιστορία, όπως την αφηγήθηκε:

Αργά μια νύχτα ανέβαινε βιαστικός το Κιι-νο-κούνι-ζάκα, όταν το μάτι του πήρε μια γυναίκα, που έκλαιγε πικρά, κουβαριασμένη δίπλα στην τάφρο. Επειδή φοβήθηκε ότι ετοιμαζόταν να πέσει να πνιγεί, σταμάτησε για να της δώσει όση βοήθεια και παρηγοριά του επέτρεπαν οι δυνάμεις του. Ήταν λυγερή και χαριτωμένη, ντυμένη κομψά και τα μαλλιά της ήταν χτενισμένα με τον τρόπο που φτιάχνουν τα μαλλιά τους οι κοπέλες των καλών οικογενειών. 
«Ο-τζοτσού», της φώναξε καθώς την πλησίαζε. «Ο-τζοτσού, μην κλαις. Πες μου τι σε βασανίζει και αν υπάρχει κάποιος τρόπος να σε βοηθήσω, θα το κάνω με χαρά».
Εννοούσε στ’ αλήθεια αυτά που έλεγε, γιατί ήταν πολύ καλός άνθρωπος. Αλλά εκείνη συνέχισε να κλαίει κρύβοντας το προσωπό της με το μακρύ μανίκι της. 
«Ο-τζοτσού», της είπε ξανά, όσο πιο ευγενικά μπορούσε, «σε παρακαλώ, σε παρακαλώ ακουσέ με. Δεν είναι μέρος αυτό να βρίσκεται νυχτιάτικα μια νέα κοπέλα. Σε θερμοπαρακαλώ, μην κλαις, μονάχα πες μου πώς μπορώ να σε βοηθήσω!»
Εκείνη ανασηκώθηκε αργά, αλλά του γύρισε την πλάτη και συνέχισε να στενάζει και να κλαίει κρυμμένη πίσω από το μανίκι της. Εκείνος ακούμπησε ελαφρά το χέρι του πάνω στον ώμο της και την παρακάλεσε: «Ο-τζοτσού! Ο-τζοτσού! Ο-τζοτσού! Άκουσέ με μονάχα για μια στιγμή. Ο-τζοτσού! Ο-τζοτσού!»
Η Ο-τζοτσού γύρισε, άφησε το μανίκι της να πέσει και χάιδεψε με το χέρι της το πρόσωπό της και τότε ο άνθρωπος είδε ότι δεν είχε ούτε μάτια ούτε μύτη ούτε στόμα.
Άφησε να του ξεφύγει μια δυνατή κραυγή και το 'βαλε στα πόδια.
Τρέχοντας σαν τρελός ανέβηκε την ανηφόρα Κιι-νο-κούνι-ζάκα. Ο δρόμος μπροστά του ήταν κατασκότεινος κι έρημος. Έτρεχε ασταμάτητα, χωρίς να τολμάει να κοιτάξει πίσω του. Στο τέλος είδε ένα φως τόσο μακρινό που έμοιαζε με πυγολαμπίδα και κατευθύνθηκε προς τα κει. Αποδείχτηκε ότι δεν ήταν παρά το φανάρι ενός πλανόδιου πωλητή σόμπα, που είχε στήσει τον πάγκο του στην άκρη του δρόμου. Όμως, οποιοδήποτε φως και οποιοδήποτε ανθρώπινη παρουσία ήταν καλοδεχούμενη μετά από τη δυσάρεστη περιπέτειά του και ρίχτηκε στα πόδια του πλανόδιου πωλητή φωνάζοντας: «Αχ, αα, αα!»
«Κορέ! Κορέ!», φώναξε τραχιά ο πλανόδιος πωλητής. «Τι σου συμβαίνει; Σε χτύπησε κανείς;»
«Όχι, κανείς δεν με χτύπησε», αποκρίθηκε λαχανιασμένος ο άλλος. «Μόνο που... αχ!»
«Μόνο που σε φόβισε, ε;» ρώτησε με σκληρό ύφος ο γυρολόγος. «Ληστές;»
«Όχι ληστές. Δεν ήταν ληστές!» αγκομάχησε τρομοκρατημένος ο άνθρωπος. «Είδα... είδα μια γυναίκα δίπλα στην τάφρο και μου έδειξε... Αχ! δεν μπορώ να σου πω τι μου έδειξε!»
«Χε6! Μήπως σου έδειξε κάτι τέτοιο;» φώναξε ο γυρολόγος χαϊδεύοντας το πρόσωπό του, το οποίο παρευθύς μεταμορφώθηκε σε αυγό... Και την ίδια στιγμή το φως έσβησε.

Copyright© Τέτη Σώλου, 2009 
All rights reserved

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Η ιστορία του Μίμι-νάσι-Χόιτσι

από το Kwaidan (1904)
του Λευκάδιου Χερν

Πριν από εφτακόσια χρόνια στο Νταν-νο-ούρα, στο θαλάσσιο στενό του Σιμονοσέκι, δόθηκε η τελευταία μάχη του μακροχρόνιου αγώνα ανάμεσα στους Χεϊκέ ή φυλή των Ταΐρα και στους Γκέντζι ή φυλή των Μιναμότο. Εκεί όλοι οι Χεϊκέ αφανίστηκαν, και μαζί οι γυναίκες, τα παιδιά τους και ο ανήλικος αυτοκράτοράς τους, ο Αντόκου τεννό. Η θάλασσα και η ακτή εδώ και εφτακόσια χρόνια έχουν στοιχειώσει. Σας έχω μιλήσει για τα παράξενα καβούρια που υπάρχουν εκεί, τα καβούρια Χεϊκέ, που στις ράχες τους έχουν ανθρώπινα πρόσωπα και που λέγεται ότι είναι τα πνεύματα των πολεμιστών Χεϊκέ (1).
Πολλά είναι τα αλλόκοτα που μπορεί κανείς να δει και ν’ ακούσει σ’ εκείνη την ακτή. Τις σκοτεινές νύχτες εκατοντάδες απόκοσμες φωτιές μετεωρίζονται πάνω από την αμμουδιά ή γοργοπετούν πάνω από τα κύματα· χλωμά φώτα που οι ψαράδες αποκαλούν όνι-μπι, δηλαδή δαιμονικές φωτιές. Και όποτε δυναμώνει ο αέρας, ανεβαίνει από τη θάλασσα ένας αχός καμωμένος από κραυγές σαν οχλοβοή μάχης.
Τα παλιά χρόνια τα πνεύματα των Χεϊκέ ήταν πολύ πιο ανήσυχα απ’ ότι είναι τώρα. Τις νύχτες αναδύονταν και προσπαθούσαν να βουλιάξουν τα περαστικά πλοία και πάντα γύρευαν κολυμβητές για να τους τραβήξουν στο βυθό. Για να κατευναστούν τα πνεύματα των νεκρών, όπως το θέλει η τάξη, χτίστηκε στο Ακαμαγκασέκι (2) ο βουδιστικός ναός Αμίντατζι. Φτιάχτηκε κι ένα νεκροταφείο κοντά στην ακτή, στο οποίο ανεγέρθηκαν μνημεία με τα ονόματα του πνιγμένου αυτοκράτορα και των επιφανών υπηκόων του και γίνονταν τακτικά βουδιστικές τελετές για την ανάπαυση των ψυχών τους. Ύστερα από την ανέγερση του ναού και των μνημείων τα πνεύματα των Χεϊκέ δεν δημιουργούσαν πια τόσα προβλήματα, συνέχισαν, όμως, να κάνουν κατά διαστήματα περίεργα πράγματα, δείχνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι δεν είχαν βρει τη γαλήνη.

Πριν από μερικές εκατοντάδες χρόνια ζούσε στο Ακαμαγκασέκι ένας τυφλός, που λεγόταν Χόιτσι και ήταν ξακουστός για τη δεξιοτεχνία του στην απαγγελία και στο παίξιμο του μπίβα (3). Από τα παιδικά του χρόνια είχε εκπαιδευτεί να απαγγέλει και να παίζει, και ήταν ακόμα πολύ νέος, όταν ξεπέρασε τους δασκάλους του. Σαν επαγγελματίας μπίβα-χόσι απέκτησε μεγάλη φήμη κυρίως για την απαγγελία της ιστορίας των Χεϊκέ και των Γκέντζι, και λέγεται πως όταν τραγουδούσε τη ραψωδία της μάχης Νταν-νο-ούρα, ακόμα και τα τελώνια (κιτζίν) δεν μπορούσαν να συγκρατήσουν τα δάκριά τους. 
Στο ξεκίνημα της σταδιοδρομίας του ο Χόιτσι ήταν πολύ φτωχός, βρήκε όμως έναν καλό φίλο που τον βοήθησε. Ο ιερέας του Αμίντατζι αγαπούσε την ποίηση και τη μουσική και προσκαλούσε συχνά τον Χόιτσι στον ναό για να παίξει και να απαγγείλει. Εντυπωσιασμένος από την εκπληκτική δεξιοτεχνία του νέου, ο ιερέας αργότερα του πρότεινε να μείνει στον ναό σαν στο σπίτι του, προσφορά που έγινε δεκτή με ευγνωμοσύνη. Ο ιερέας παραχώρησε στον Χόιτσι ένα δωμάτιο και το μόνο που ζήτησε για ανταπόδωση της στέγης και της τροφής που του πρόσφερε ήταν να τον ευφραίνει με την τέχνη του κάποια βράδια, που δεν είχε άλλες υποχρεώσεις. 

Μια καλοκαιριάτικη νύχτα ο ιερέας έφυγε για να τελέσει μια βουδιστική ακολουθία στην κατοικία ενός ενορίτη που πέθανε. Πήγε εκεί με τον μαθητευόμενό του, αφήνοντας τον Χόιτσι μονάχο στον ναό. Η νύχτα ήταν πολύ ζεστή και ο τυφλός βγήκε για να δροσιστεί στον εξώστη μπροστά από το δωμάτιό του. Ο εξώστης έβλεπε σ’ έναν μικρό κήπο στο πίσω μέρος του Αμίντατζι. Εκεί περίμενε ο Χόιτσι την επιστροφή του ιερέα και ανακούφιζε τη μοναξιά του παίζοντας μπίβα. Πέρασαν τα μεσάνυχτα, αλλά ο ιερέας δε φάνηκε. Έκανε ακόμα πολλή ζέστη και μέσα στο δωμάτιό του θα ήταν αποπνικτικά, έτσι ο Χόιτσι έμεινε έξω. Επιτέλους, άκουσε βήματα να πλησιάζουν από την πίσω πόρτα. Κάποιος διέσχισε τον κήπο, κατευθύνθηκε προς τον εξώστη και σταμάτησε ακριβώς μπροστά του· αλλά δεν ήταν ο ιερέας.
Μια βαριά φωνή φώναξε τον τυφλό άντρα με τ’ όνομά του –τραχιά και απότομα, με τον τρόπο που οι σαμουράι καλούν κάποιον κατώτερο. 
«Χόιτσι!»
Ο Χόιτσι ξαφνιάστηκε για μια στιγμή και δεν απάντησε, αλλά η φωνή τον κάλεσε και πάλι με τραχύ, προστακτικό τόνο:
«Χόιτσι!»
«Χάι!», απάντησε ο τυφλός φοβισμένος από την απειλητική φωνή. «Είμαι τυφλός. Δεν ξέρω ποιος με φωνάζει!»
«Μη φοβάσαι», αποκρίθηκε ο ξένος μιλώντας πιο ευγενικά. «Έρχομαι στον ναό σταλμένος σ’ εσένα για να σου φέρω ένα μήνυμα. Ο κύριός μου, ένα πρόσωπο ιδιαίτερα υψηλής αξίας και ανώτερης κοινωνικής τάξης, μένει τώρα στο Ακαμαγκασέκι με πολλούς ευγενείς ακολούθους. Επιθυμούσε να δει το πεδίο της μάχης του Νταν-νο-ούρα και σήμερα το επισκέφθηκε. Έμαθε ότι απαγγέλεις με δεξιοτεχνία το ιστορικό της μάχης και επιθυμεί να ακούσει την απαγγελία σου. Λοιπόν, πάρε το μπίβα σου κι έλα αμέσως μαζί μου στον οίκο, όπου αναμένει η αξιοσέβαστη ομήγυρη.
Εκείνα τα χρόνια ήταν απερίσκεπτο να παρακούσεις την προσταγή ενός σαμουράι. Ο Χόιτσι έβαλε τα σανδάλια του, πήρε το μπίβα του κι έφυγε με τον ξένο, ο οποίος ναι μεν τον οδηγούσε επιδέξια, αλλά τον υποχρέωνε να περπατάει πολύ γρήγορα. Το χέρι που τον οδηγούσε ήταν σιδερένιο και ο ήχος των βημάτων του πολεμιστή φανέρωνε ότι ήταν αρματωμένος –πιθανόν ήταν κάποιο μέλος της ανακτορικής φρουράς.

Οι πρώτες ανησυχίες του Χόιτσι εξαφανίστηκαν. Άρχισε να φαντάζεται ότι του χαμογέλασε η τύχη· θυμήθηκε τη δήλωση του σαμουράι για κάποιο πρόσωπο «ιδιαίτερα υψηλής αξίας και ανώτερης κοινωνικής τάξης» και σκέφτηκε ότι ο άρχοντας που ήθελε να τον ακούσει δε θα μπορούσε να είναι τίποτα λιγότερο από κάποιον σπουδαίο νταϊμυό. Ο σαμουράι σταμάτησε. Ο Χόιτσι κατάλαβε ότι είχαν φτάσει μπροστά σε μια μεγάλη πύλη και παραξενεύτηκε γιατί σ’ εκείνο το μέρος της πόλης δεν θυμόταν άλλη μεγάλη πύλη εκτός από την πύλη του Αμίντατζι. 
«Κάιμον! (4)» φώναξε ο σαμουράι.
Ακούστηκε το τράβηγμα της αμπάρας και οι δύο άντρες πέρασαν μέσα. Διέσχισαν έναν κήπο και σταμάτησαν ξανά μπροστά σε μια είσοδο. Ο σαμουράι φώναξε δυνατά: «Ε, εκεί μέσα! Έφερα τον Χόιτσι». Αμέσως ακούστηκαν πόδια να τρέχουν, παραπετάσματα να τραβιούνται, πόρτες ν’ ανοίγουν και γυναίκες να συνομιλούν. Από την ομιλία τους ο Χόιτσι κατάλαβε ότι ανήκαν σε κάποιο αρχοντικό, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει πού βρισκόταν. Δεν του άφησαν πολύ χρόνο για να κάνει υποθέσεις. Αφού τον βοήθησαν ν’ ανέβει κάμποσα πέτρινα σκαλοπάτια, στο τελευταίο από τα οποία του ζήτησαν ν’ αφήσει τα σανδάλια του, ένα γυναικείο χέρι τον οδήγησε να βαδίσει ατέλειωτα μέτρα πάνω σε καλογυαλισμένα ξύλινα πατώματα, να στρίψει σε γωνίες πάρα πολλές για να τις θυμάται, να περπατήσει πάνω σε διαδρόμους στρωμένους με χαλιά, μέχρι να φτάσουν στο κέντρο κάποιας τεράστιας αίθουσας. Κατάλαβε ότι εκεί ήταν μαζεμένοι πολλοί σπουδαίοι άνθρωποι· το θρόισμα του μεταξιού έμοιαζε με το θρόισμα των φύλλων του δάσους. Άκουσε ακόμα βουητό από μουρμουρίσματα –ο τρόπος ομιλίας ήταν ανακτορικός.
Είπαν στον Χόιτσι να καθίσει αναπαυτικά. Βρήκε το μαξιλάρι γονυκλισίας που του είχαν ετοιμάσει. Αφού βολεύτηκε πάνω του και κούρδισε το όργανό του, η γυναικεία φωνή –για την οποία μάντευε ότι ανήκε στη ρότζο, δηλαδή στη σεβάσμια δέσποινα, την υπεύθυνη για το γυναικείο προσωπικό– του απευθύνθηκε λέγοντας:
«Και τώρα ζητούμε την απαγγελία της ιστορίας των Χεϊκέ με τη συνοδεία του μπίβα».
Ολόκληρη η απαγγελία μπορούσε να κρατήσει αρκετές νύχτες, γι’ αυτό ο Χόιτσι ρώτησε:
«Μια και ολόκληρη η ιστορία δεν λέγεται σύντομα, ποιο τμήμα της επιθυμείτε ν’ απαγγείλω;» 
Η γυναικεία φωνή απάντησε: «Απάγγειλε τη ραψωδία της μάχης στο Νταν-νο-ούρα, γιατί ο πόνος της είναι βαθύτατος (5)».

Ο Χόιτσι ύψωσε τη φωνή του κι έψαλε τη ραψωδία για τη μάχη στην πικρή θάλασσα, κάνοντας το μπίβα του ν’ ακούγεται σαν το χτύπημα των κουπιών και την εφόρμηση των πλοίων, σαν το βούισμα και το σφύριγμα των βελών, σαν τις κραυγές και το ποδοβολητό των αντρών, σαν τον κρότο του ατσαλιού πάνω στα κράνη και σαν τον παφλασμό των σφαγιασμένων που έπεφταν στο νερό.
Στις ανάπαυλες του παιξιματός του άκουγε αριστερά και δεξιά του φωνές να μουρμουρίζουν εγκώμια: «Τι εκπληκτικός καλλιτέχνης!» «Ποτέ στον τόπο μας δεν ακούστηκε τέτοιο παίξιμο!» «Σε ολόκληρη την αυτοκρατορία δεν υπάρχει άλλος ψαλμωδός σαν τον Χόιτσι!»
Τα λόγια αυτά του έδωσαν καινούργιο θάρρος κι έπαιξε και τραγούδησε καλύτερα από πριν· γύρω του απλωνόταν μια σιωπή γεμάτη θαυμασμό. Όταν όμως άρχισε να λέει για τη μοίρα των αθώων και των αδύναμων –για τη θλιβερή σφαγή των γυναικών και των παιδιών και για το θανάσιμο άλμα της Νιι-νο-Άμα, με τον αυτοκράτορα παιδί στην αγκαλιά της– τότε όλοι οι ακροατές ταυτόχρονα έβγαλαν μια μακρόσυρτη και ανατριχιαστική κραυγή οδύνης. Στη συνέχεια έκλαιγαν και θρηνούσαν τόσο δυνατά και τόσο άγρια, που ο τυφλός φοβήθηκε την παραφορά και τη θλίψη που είχε προκαλέσει. Ο θρήνος και ο κοπετός συνεχίστηκαν για πολλή ώρα. Σιγά σιγά τα μοιρολόγια σταμάτησαν και στη βαριά σιωπή που ακολούθησε, ο Χόιτσι άκουσε τη φωνή της γυναίκας, που πίστευε ότι ήταν η ρότζο να λέει:  
«Παρ’ όλο που μας είχαν διαβεβαιώσει ότι είσαι προικισμένος δεξιοτέχνης του μπίβα και ότι δεν υπάρχει όμοιός σου στην απαγγελία, δεν γνωρίζαμε ότι κάποιος μπορούσε ν’ αποδειχτεί τόσο ικανός, όσο αποδείχτηκες εσύ απόψε. Ο άρχοντάς μας ευαρεστήθηκε να πει ότι προτίθεται να σου παραχωρήσει μια ταιριαστή ανταμοιβή. Επιθυμεί, όμως, να ερμηνεύσεις μπροστά του κάθε νύχτα, για τις επόμενες έξι νύχτες, μετά από τις οποίες θα ξεκινήσει το αξιοσέβαστο ταξίδι επιστροφής του. Αύριο το βράδυ, συνεπώς, θα έρθεις εδώ την ίδια ώρα. Ο πιστός υπηρέτης που σε οδήγησε απόψε, θα σε οδηγήσει και αύριο. Υπάρχει ακόμα ένα ζήτημα το οποίο έχω εντολή να σου γνωστοποιήσω. Δεν πρέπει να μιλήσεις σε κανέναν για τις επισκέψεις σου εδώ, όσο διαρκεί η αξιοσέβαστη παραμονή του άρχοντά μας στο Ακαμαγκασέκι. Καθώς ταξιδεύει χωρίς να φανερώνει την ταυτότητά του (6), πρόσταξε να μη γίνει καμία αναφορά. Και τώρα είσαι ελεύθερος να επιστρέψεις στο ναό σου».
Αφού ο Χόιτσι υπέβαλε τις ευχαριστίες του με τον πρέποντα τρόπο, ένα γυναικείο χέρι τον συνόδευσε ως την είσοδο του σπιτιού, όπου ο ίδιος σαμουράι, που τον είχε οδηγήσει προηγουμένως, περίμενε για να τον γυρίσει πίσω. Τον οδήγησε στον εξώστη στο πίσω μέρος του ναού κι εκεί τον αποχαιρέτησε. 


Είχε σχεδόν χαράξει, όταν γύρισε ο Χόιτσι, αλλά η απουσία του από το ναό δεν είχε γίνει αντιληπτή. Όταν επέστρεψε ο ιερέας, η ώρα ήταν περασμένη και νόμισε ότι ο Χόιτσι κοιμόταν. Στη διάρκεια της ημέρας ο Χόιτσι μπόρεσε ν’ αναπαυθεί λιγάκι και δεν μίλησε σε κανέναν για την παράξενη περιπέτειά του. Τα μεσάνυχτα ο σαμουράι ξαναήρθε και τον οδήγησε στην αξιοσέβαστη ομήγυρη, όπου έκανε ακόμα μία απαγγελία με την ίδια επιτυχία που είχε και η προηγούμενη ερμηνεία του. Αλλά κατά τη διάρκεια της δεύτερης επίσκεψής του, η απουσία του από το ναό συμπτωματικά ανακαλύφθηκε, και μετά την επιστροφή του το πρωί, κλήθηκε να παρουσιαστεί στον ιερέα, ο οποίος του είπε σε τόνο ευγενικής επίπληξης:
«Ανησυχήσαμε πάρα πολύ για σένα, φίλε Χόιτσι. Είναι επικίνδυνο να βγαίνεις έξω μόνος τόσο αργά. Γιατί δεν μας είπες τίποτα; Θα είχα διατάξει έναν υπηρέτη να σε συνοδεύσει. Πού είχες πάει;»
Ο Χόιτσι αποκρίθηκε με υπεκφυγές. 
«Συγχώρεσέ με, ευγενικέ φίλε! Έπρεπε να φροντίσω κάποια προσωπική υπόθεση και δεν μπορούσα να το κάνω άλλη ώρα».
Ο ιερέας αισθάνθηκε περισσότερο έκπληξη παρά λύπη από την απροθυμία του Χόιτσι να μιλήσει· κατάλαβε ότι ήταν ασυνήθιστη και υποπτεύθηκε ότι συνέβαινε κάτι κακό. Φοβήθηκε ότι κάποια κακά πνεύματα είχαν κάνει μάγια ή είχαν ξεγελάσει τον τυφλό νέο. Δεν έκανε άλλες ερωτήσεις, αλλά έδωσε κρυφά οδηγίες στους υπηρέτες του ναού να προσέχουν τις κινήσεις του και να τον ακολουθήσουν σε περίπτωση που έφευγε ξανά νύχτα από το ναό.

Την επόμενη, μόλις οι υπηρέτες είδαν τον Χόιτσι να φεύγει από τον ναό, άναψαν αμέσως τα φανάρια τους και τον ακολούθησαν. Αλλά η νύχτα ήταν βροχερή και σκοτεινή και προτού οι υπηρέτες προφτάσουν να βγουν στον δρόμο, ο Χόιτσι είχε εξαφανιστεί. Ήταν ολοφάνερο ότι περπατούσε πολύ γρήγορα, πράγμα παράξενο αν λογαριάσουμε ότι ήταν τυφλός και ότι ο δρόμος ήταν σε κακή κατάσταση. Οι υπηρέτες έτρεξαν, ρώτησαν σε όλα τα σπίτια που συνήθως επισκεπτόταν ο Χόιτσι, αλλά δεν μπόρεσαν να μάθουν τίποτα. Καθώς, όμως, επέστρεφαν στον ναό από το δρόμο της παραλίας, ξαφνιάστηκαν από το άκουσμα του μπίβα, που έπαιζε ξέφρενα στο νεκροταφείο του Αμίντατζι. Εκτός από μερικές απόκοσμες φωτιές, σαν αυτές που συνήθως γοργοπετούσαν εκεί τις σκοτεινές νύχτες, όλα ήταν θεοσκότεινα προς εκείνο το μέρος. Οι άντρες έτρεξαν αμέσως στο νεκροταφείο, κι εκεί, με τη βοήθεια των φαναριών τους, βρήκαν τον Χόιτσι να κάθεται μόνος στη βροχή μπροστά στην επιτύμβια στήλη του Αντόκου τεννό, παίζοντας το μπίβα του και ψάλλοντας δυνατά τη ραψωδία της μάχης του Νταν-νο-ούρα. Πίσω του, γύρω του και παντού πάνω από τους τάφους οι φωτιές των νεκρών έκαιγαν σαν καντήλια. Ποτέ άλλοτε δεν είχε εμφανιστεί σε μάτια θνητών ένα τόσο μεγάλο πλήθος όνι-μπι.
«Χόιτσι-σαν! Χόιτσι-σαν!» φώναξαν οι υπηρέτες. «Σου έχουν κάνει μάγια, Χόιτσι-σαν!»
Αλλά ο τυφλός δε φαινόταν να τους ακούει. Ακούραστα έκανε το μπίβα του να ηχεί σαν κροτάλισμα, σαν κουδούνισμα και σαν κλαγγή κι έψαλλε όλο και πιο άγρια τη ραψωδία της μάχης του Νταν-νο-ούρα.
Τον έπιασαν και φώναξαν μέσα στο αυτί του: «Χόιτσι-σαν! Χόιτσι-σαν! Έλα αμέσως μαζί μας!»
Εκείνος τους μίλησε επιτιμητικά: «Είναι ανεπίτρεπτο να με διακόπτετε με τέτοιον τρόπο ενώπιον αυτής της αξιοσέβαστης ομήγυρης».
Παρ’ όλη την παραδοξότητα του πράγματος, στο άκουσμα αυτό οι υπηρέτες δεν μπόρεσαν να μην γελάσουν. Βέβαιοι ότι είχε πέσει θύμα μαγείας, τον άρπαξαν, τον στήριξαν στα πόδια του και τον εξανάγκασαν να γυρίσει στο ναό, όπου με εντολή του ιερέα τού έβγαλαν αμέσως τα βρεγμένα ρούχα. Κατόπιν ο ιερέας ζήτησε επίμονα ξεκάθαρες εξηγήσεις για την ακατανόητη συμπεριφορά του φίλου του.
Για πολλή ώρα Χόιτσι δίσταζε να μιλήσει. Στο τέλος όμως, καταλαβαίνοντας ότι η συμπεριφορά του είχε αναστατώσει και θυμώσει τον καλό ιερέα, άφησε τις επιφυλάξεις του και εξιστόρησε όλα όσα είχαν συμβεί από την πρώτη στιγμή της επίσκεψης του σαμουράι.
Ο ιερέας είπε: «Χόιτσι, φτωχέ μου φίλε, βρίσκεσαι σε μεγάλο κίνδυνο! Τι κρίμα να μην μου τα έχεις πει όλα από την αρχή! Η θαυμάσια δεξιοτεχνία σου σ’ έχει βάλει σε αλλόκοτα προβλήματα. Για την ώρα πρέπει να ξέρεις ότι δεν επισκέφθηκες κανένα απολύτως σπίτι, αλλά πέρασες τις νύχτες σου στο νεκροταφείο, ανάμεσα στους τάφους των Χεϊκέ. Οι άνθρωποί μας σε βρήκαν απόψε καθισμένο στη βροχή μπροστά στην επιτύμβια στήλη του Αντόκου τεννό. Αυτά που φαντάστηκες ήταν ψευδαισθήσεις· όλα, εκτός από το κάλεσμα των νεκρών. Μια φορά αν τους υπακούσεις, υποτάσσεσαι στη δύναμή τους. Αν τους υπακούσεις ξανά, ύστερα από αυτά που έγιναν, θα σε κομματιάσουν. Αλλά αργά ή γρήγορα θα σε αφάνιζαν... Τώρα, δεν μπορώ να μείνω μαζί σου απόψε. Μ’ έχουν καλέσει να τελέσω μία λειτουργία. Αλλά προτού φύγω, είναι ανάγκη να προστατεύσουμε το σώμα σου γράφοντας πάνω του ιερά κείμενα».
Προτού πέσει ο ήλιος, ο ιερέας και ο βοηθός του έγδυσαν τον Χόιτσι. Έπειτα με τα πινέλα καλλιγραφίας τους έγραψαν πάνω στο στήθος και στην πλάτη του, στο κεφάλι, στο πρόσωπο και στον λαιμό του, στα χέρια και στα πόδια του, ακόμα και στις πατούσες του και σε όλα τα μέρη του σώματός του κείμενα από το ιερό σούτρα  που λέγεται Χάννυα-Σιν-Κυό (7). Όταν τελείωσαν, ο ιερέας έδωσε οδηγίες στον Χόιτσι λέγοντάς του:
«Απόψε, μόλις φύγω, πρέπει να καθίσεις στον εξώστη και να περιμένεις. Θα σε καλέσουν. Αλλά, ό,τι και να γίνει, να μην απαντήσεις και να μην κινηθείς. Να μην μιλήσεις καθόλου και να καθίσεις ακίνητος σαν να διαλογίζεσαι. Αν κάνεις την παραμικρή κίνηση ή τον παραμικρό θόρυβο, θα γίνεις κομμάτια. Μην φοβηθείς, αλλά και μην διανοηθείς να ζητήσεις βοήθεια, γιατί καμία βοήθεια δεν μπορεί να σε σώσει. Αν κάνεις ακριβώς όπως σου λέω, ο κίνδυνος θα περάσει και δεν θα έχεις κανέναν φόβο πια».

Όταν έπεσε το σκοτάδι, ο ιερέας και ο βοηθός του έφυγαν. Ο Χόιτσι ακολουθώντας τις οδηγίες κάθισε στον εξώστη. Ακούμπησε το μπίβα δίπλα του και παίρνοντας στάση διαλογισμού έμεινε αμίλητος, προσέχοντας να μην βήξει και να μην ανασαίνει δυνατά. Έμεινε έτσι για ώρες.
Τότε άκουσε από τον δρόμο τα βήματα να έρχονται. Πέρασαν την πύλη, διέσχισαν τον κήπο, πλησίασαν στον εξώστη και σταμάτησαν ακριβώς μπροστά του.
«Χόιτσι!» κάλεσε η τραχιά φωνή. Αλλά ο τυφλός κράτησε την αναπνοή του κι έμεινε ακίνητος.
«Χόιτσι!» κάλεσε με πείσμα η φωνή για δεύτερη φορά. Και την τρίτη φορά άγρια: «Χόιτσι!»
Ο Χόιτσι έμεινε ακίνητος σαν βράχος και η φωνή θύμωσε: «Καμία απάντηση. Δεν μπορεί. Πρέπει να τον βρω».
Τα βαριά βήματα ακούστηκαν να ανεβαίνουν στον εξώστη. Τα πόδια τον πλησίασαν και στάθηκαν δίπλα του. Έπειτα για μερικά ατελείωτα λεπτά, που στη διάρκειά τους ο Χόιτσι αισθανόταν όλο το σώμα του να τραντάζεται από τα χτυπήματα της καρδιάς του, έπεσε σιωπή τάφου. 
Τέλος η τραχιά φωνή κοντά του μουρμούρισε: «Να το μπίβα, αλλά από τον παίκτη του μπίβα βλέπω μόνο δύο αυτιά... Να γιατί δεν απαντάει. Δεν έχει στόμα για να μιλήσει. Δεν απόμεινε απ’ αυτόν τίποτα άλλο παρά μόνο τα αυτιά του... Θα τα πάω στον άρχοντά μου για να του αποδείξω ότι υπάκουσα στις αξιοσέβαστες προσταγές του, όσο ήταν μπορετό».
Εκείνη τη στιγμή ο Χόιτσι ένιωσε τα σιδερένια δάχτυλα να γραπώνουν τ’ αυτιά του και να τα ξεκολλούν. Ο πόνος ήταν αβάσταχτος, αλλά δεν έβγαλε άχνα. Τα βαριά βήματα απομακρύνθηκαν από τον εξώστη, κατέβηκαν στον κήπο, πέρασαν στο δρόμο κι έσβησαν. Και από τις δύο πλευρές του κεφαλιού του ο τυφλός αισθάνθηκε να τρέχουν πηχτά, ζεστά ρυάκια, αλλά δεν τόλμησε να σηκώσει τα χέρια του...
Ο ιερέας επέστρεψε πριν χαράξει. Έτρεξε στον εξώστη, προχώρησε και γλίστρησε πάνω σε κάτι υγρό. Έβγαλε μία κραυγή φρίκης, γιατί στο φως του φαναριού του είδε ότι ήταν αίμα. Αντιλήφθηκε ότι ο Χόιτσι καθόταν εκεί, σε στάση διαλογισμού, ενώ το αίμα κυλούσε από τις πληγές του.  
«Φτωχέ μου Χόιτσι!» φώναξε ο ιερέας ξαφνιασμένος. «Τι είναι αυτό; Είσαι πληγωμένος;»
Στο άκουσμα της φωνής του φίλου, ο τυφλός αισθάνθηκε ασφαλής. Ξέσπασε σε λυγμούς και ανάμεσα στα δάκρυά του διηγήθηκε τη νυχτερινή περιπέτειά του.
«Φτωχέ, φτωχέ μου Χόιτσι!» αναφώνησε ο ιερέας. «Είναι δικό μου το σφάλμα. Οδυνηρό σφάλμα! Πάντού πάνω στο σώμα σου γράφτηκαν ιερά κείμενα, εκτός από τ’ αυτιά σου! Εμπιστεύθηκα στον βοηθό μου να κάνει αυτή τη δουλειά, και ήταν μεγάλο, πολύ μεγάλο λάθος μου να μην βεβαιωθώ ότι την έκανε σωστά! Λοιπόν, η κατάσταση τώρα δεν αλλάζει. Το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να γιατρέψουμε τις πληγές σου όσο πιο γρήγορα γίνεται. Κουράγιο, φίλε μου! Ο κίνδυνος πέρασε. Εκείνοι οι επισκέπτες δεν θα σ’ ενοχλήσουν ποτέ ξανά».
Με τη βοήθεια ενός καλού γιατρού οι πληγές του Χόιτσι γιατρεύτηκαν γρήγορα.
Η ιστορία αυτής της παράξενης περιπέτειας διαδόθηκε στην αυτοκρατορία και ο Χόιτσι έγινε πασίγνωστος. Πολλοί άρχοντες πήγαν στο Ακαμαγκασέκι για να τον ακούσουν ν’ απαγγέλει και του έδωσαν μεγάλα χρηματικά δώρα. Έτσι έγινε πλούσιος... Αλλά από την περιπέτειά του και ύστερα έγινε γνωστός με το όνομα Μίμι-νάσι-Χόιτσι, που πάει να πει «Χόιτσι ο κοψαύτης».


ΟΙ ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
(1) Στο Kottô μου υπάρχει περιγραφή αυτών των παράξενων καβουριών.
(2)  Ακαμαγκασέκι ή Σιμονοσέκι. Η πόλη είναι επίσης γνωστή με το όνομα Μπακκάν.
(3) ο μπίβα είναι ένα λαούτο με τέσσερις χορδές που χρησιμοποιείται κυρίως στις θεατρικές απαγγελίες. Παλιότερα οι επαγγελματίες αοιδοί, που απήγγελαν το Χεϊκέ-Μονογκατάρι και άλλες τραγωδίες, λέγονταν μπίβα-χόσι, που θα πει «ιερείς με το λαούτο». Η καταγωγή αυτής της ονομασίας δεν είναι σαφής, αλλά είναι πιθανό να προέρχεται από το γεγονός ότι οι ιερείς με το λαούτο, καθώς και οι τυφλοί χειροπράκτες (σαμπούερς) είχαν ξυρισμένα τα κεφάλια τους, όπως οι βουδιστές ιερείς. 
Το μπίβα παίζεται με ένα είδος πένας, που λέγεται μπάτσι, και συνήθως φτιάχνεται από κέρατο.
(4) Έκφραση που δείχνει σεβασμό και σημαίνει το άνοιγμα της πύλης. Τον χρησιμοποιούσαν οι σαμουράι, όταν καλούσαν τους φρουρούς να τους ανοίξουν την πύλη του άρχοντα.
(5) Η φράση μπορεί να αποδοθεί και ως «γιατί ο πόνος αυτού του τμήματος είναι βαθύτατος». Η ιαπωνική λέξη για τη θλίψη στο αυθεντικό ιαπωνικό κείμενο είναι αβαρέ.
(6) «Ταξιδεύει χωρίς να φανερώνει την ταυτότητά του»: αυτή η φράση αποδίδει το νόημα του πρωτοτύπου «κάνει μυστικό αξιότιμο ταξίδι» σινόμπι νο γκο-ρυοκό.
(7) Έτσι λέγεται στην Ιαπωνία το Έλασσον Πράγκνα-Παραμιτά-Χριντάυα-Σούτρα. Και τα δύο, το έλασσον και το μείζον, λέγονται Πράγκνα-Παραμιτά, που θα πει «Ανυπέρβλητη Σοφία», έχουν μεταφραστεί από τον εκλειπόντα καθηγητή Max Muller και βρίσκονται στον τόμο xlix του έργου Sacred Books of the East (Buddhist Mahayana Sutras).
Με την ευκαιρία της μαγικής χρήσης των κειμένων, όπως περιγράφεται σε αυτή την ιστορία, αξίζει να αναφέρουμε ότι το αντικείμενο του σούτρα είναι το δόγμα της Κενότητας των Μορφών, δηλαδή ο μη αληθής χαρακτήρας τόσο των φαινομένων όσο και των νοουμένων. «Η μορφή είναι κενό και το κενό μορφή. Το κενό δεν διαφέρει από τη μορφή και η μορφή δεν διαφέρει από το κενό. Ό,τι είναι μορφή, αυτό είναι και κενό. Ό,τι είναι κενό, αυτό είναι και μορφή... Αντίληψη, ονομασία, έννοια και γνώση είναι επίσης κενό. Δεν υπάρχουν μάτια, μύτη, γλώσσα, σώμα και νους... Άλλά όταν η περιχαράκωση της συνείδησης εκμηδενιστεί, τότε [αυτός που αναζητά] ελευθερώνεται από όλους τους φόβους και πέρα από κάθε δυνατότητα αλλαγής απολαμβάνει την τελική Νιρβάνα».

Copyright© Τέτη Σώλου, 2009 
All rights reserved


Η φωτογραφία προέρχεται από το αρχείο του Τάκη Ευσταθίου.
The photo is from Takis Efstathiou personal archive.

Οι σημειώσεις της μεταφράστριας στην Ιστορία του Μίμι-νάσι-Χόιτσι

Χεϊκέ είναι άλλος τρόπος ανάγνωσης του ιαπωνικού χαρακτήρα Ταΐρα. Κυριολεκτικά σημαίνει Οίκος των Ταΐρα.

Τεννό: ουράνιος ηγεμόνας, αυτοκράτορας

Tα χεϊκέ-γκάνι (καβούρια Χεϊκέ) έχουν στη ράχη τους αυλάκια και εξογκώματα, που σχηματίζουν θυμωμένο ανθρώπινο πρόσωπο. Λέγεται ότι η αγωνία του θανάτου των πολεμιστών Χεϊκέ χαράχτηκε στη ράχη των καβουριών και σύμφωνα με τον θρύλο τα καβούρια αυτά είναι τα πνεύματα των πολεμιστών Χεϊκέ, που καταδικάστηκαν να πάρουν αυτή την αποκρουστική μορφή και να περπατούν αιώνια στην άβυσσο. Για να αισθανθεί κανείς την ομορφιά αυτού του θρύλου, πρέπει να έχει δει σε παλιές εικόνες της μάχης Νταν-νο-Ούρα τους αρματωμένους πολεμιστές με τις σιδερένιες μάσκες με τα μεγάλα, άγρια μάτια. Ενώ τα xεϊκέ-γκάνι είναι τα πνεύματα των απλών σαμουράι, ένα μεγαλύτερο είδος καβουριών, τα ταϊσό-γκάνι, είναι τα πνεύματα των ηγετών Χεϊκέ, που πάνω στα κράνη τους είχαν χρυσούς δράκους και γυαλιστερά κέρατα.

Αμίντατζι: Υπάρχουν τρία διαφορετικά καταληκτικά επιθήματα που προστίθενται στα ονόματα των ναών: -τζι, -ντέρα και -ιν. Τα -τζι και -ντέρα αναφέρονται πάντα σε βουδιστικούς ναούς.
Αμίντατζι σημαίνει «βουδιστικός ναός προς τιμήν του Αμίντα Βούδα» (σανσκριτικά: Αμιτάμπα), που είναι ο Βούδας του Άσβεστου Φωτός και της Αιώνιας Ζωής.

Σχετικά με τους σαμπούερς
Ήταν τυφλοί χειροπράκτες που κατείχαν την τέχνη του παραδοσιακού ιαπωνικού μασάζ άμμα, το οποίο στα μέσα του 18ου αιώνα θεσμοθετήθηκε ως επάγγελμα για τους τυφλούς και μάλιστα ιδρύθηκαν ειδικευμένες σχολές. Έκτοτε, μόνον όσοι κατείχαν κρατικό δίπλωμα είχαν το δικαίωμα να ασκούν το άμμα. Οι υπόλοιποι ασκούσαν το σιάτσου που σημαίνει «πίεση των δακτύλων».
Ο Richard Gordon Smith στην ιστορία με τίτλο «Ghost Story of the Flute’s Tomb» που περιλαμβάνεται στο βιβλίο του Ancient Tales and Fork-Lore of Japan (1918) αναφέρει:
«Πριν από εβδομήντα και ογδόντα χρόνια ζούσε στο χωριό Κουμεντάμουρα, κοντά στη λίμνη, ένας τυφλός άμμα, που λεγόταν Γιόιτσι. Ο Γιόιτσι ήταν πολύ δημοφιλής στην περιοχή, γιατί εκτός του ότι ήταν τίμιος κι ευγενικός, κατείχε άριστα την τέχνη της ανάτριψης (μασάζ) –φροντίδα που χρειάζονται όλοι σχεδόν οι Ιάπωνες. Ήταν πραγματικά δύσκολο να βρεις χωριό, που να μην έχει τον δικό του άμμα. Ο Γιοϊτσί ήταν τυφλός, όπως όλοι οι ομότεχνοί του, κρατούσε ένα ραβδί ή μια βέργα κι ένα φλάουτο (φουζεούκα). Το ραβδί ήταν για να ερευνά τον χώρο γύρω του και το φλάουτο για να ειδοποιεί τους ανθρώπους ότι ήταν ελεύθερος για εργασία...»

σαμουράι ή μπουκέ ήταν η αριστοκρατία της στρατιωτικής τάξης στην προβιομηχανική Ιαπωνία. Η πρώτη αναφορά του όρου γίνεται στην ποιητική ανθολογία Κοκινσού στις αρχές του 10ου αιώνα και σήμαινε αυτούς που ακολουθούν στενά και υπηρετούν την αριστοκρατία. Στον 12ο αιώνα ο όρος συνδέθηκε με το μεσαίο και ανώτερο επίπεδο της στρατιωτικής τάξης.

Xάι: ναι, μάλιστα

νταϊμυό ήταν πανίσχυροι τοπικοί άρχοντες, που κατείχαν τεράστιες εκτάσεις και κυβερνούσαν την Ιαπωνία. Η ισχύς τους διήρκησε από τον 10ο μέχρι τον 19ο αιώνα, οπότε άρχισε η περίοδος Μέιτζι, που σήμανε μεγάλες αλλαγές στη χώρα.
Νταϊμυό στην κυριολεξία σημαίνει «μεγάλο όνομα», η ιαπωνική λέξη όμως προέρχεται από τους χαρακτήρες (καντζί) ντάι που σημαίνει «μεγάλος» και μυό, συντομευμένος τύπος του μυόντεν, που σημαίνει «ιδιόκτητη γη».

Η ναυμαχία στο Νταν-νο-ούρα
Ο αυτοκράτορας Αντόκου ήταν ο 81ος αυτοκράτορας της Ιαπωνίας σύμφωνα με την παραδοσιακή σειρά διαδοχής. Η περίοδος της ηγεμονίας του διήρκησε από το 1180 μέχρι το 1185. Στέφθηκε πρίγκιπας σε ηλικία ενός μηνός και ανήλθε στο θρόνο σε ηλικία ενός έτους, διαδεχόμενος τον πατέρα του, Τακάκουρα τεννό, ο οποίος ύστερα από δώδεκα χρόνια ηγεμονίας εξαναγκάστηκε από τον πεθερό του Ταΐρα νο Κιομόρι σε παραίτηση. Η ενέργεια αυτή οδήγησε στον πόλεμο Γκενπέι (1180-1185) μεταξύ Χεϊκέ και Γκέντζι, ο οποίος τελείωσε με τη ναυμαχία του Νταν-νο-ούρα και την καταστροφή των Χεϊκέ. Όταν το 1183 οι Γκέντζι ανακήρυξαν αυτοκράτορα τον Γκο-Τόμπα και με αρχηγό το Μιναμότο νο Γιοσιτσουνέ μπήκαν στην πρωτεύουσα Χεϊάν-Κυό, οι Χεϊκέ έφυγαν κρυφά με το νεαρό αυτοκράτορα και τους ιερούς θησαυρούς (τα ιερά κοσμήματα, τον ιερό καθρέφτη και το ιερό σπαθί) για τη Γιασίμα. Νικημένοι στη μάχη που συνήφθη εκεί οι Χεϊκέ έφυγαν δυτικά. Το 1185 οι Χεϊκέ και οι Γκέντζι συγκρούστηκαν στη ναυμαχία του Νταν-νο-ούρα (Νταν-νο-ούρα τατακάι).
Οι Χεϊκέ εκμεταλλευόμενοι την παλίρροια περικύκλωσαν τα πλοία των Γκέντζι. Έκαναν ρεσάλτο και τους εξανάγκασαν σε μάχη σώμα με σώμα. Όμως τα νερά άλλαξαν και οι Γκέντζι κατόρθωσαν να επικρατήσουν. Αποφασιστικό ρόλο έπαιξε η λιποταξία του Ταγκούτσι Σιγκεγιόσι, στρατηγού των Χεϊκέ, ο οποίος αυτομόλυσε στους Γκέντζι και τους αποκάλυψε σε ποιο πλοίο βρισκόταν ο Αντόκου. Πολλοί από τους Χεϊκέ προτίμησαν να αυτοκτονήσουν παρά να πέσουν στα χέρια των εχθρών. Ανάμεσά τους και η γιαγιά του αυτοκράτορα, η οποία αυτοκτόνησε πηδώντας στο νερό κρατώντας στην αγκαλιά της τον εξάχρονο Αντόκου. Η μητέρα του επίσης αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει πέφτοντας στο νερό, αλλά την ανέσυραν, σύμφωνα με το Θρύλο των Χεϊκέ (Χεϊκέ Μονογκατάρι), τραβώντας την από ένα χτένι των μαλλιών της.
Η ήττα τους στη ναυμαχία του Νταν-νο-ούρα έβαλε τέλος στις φιλοδοξίες των Χεϊκέ να κυριαρχήσουν στην Ιαπωνία. Η ιστορία του αυτοκράτορα Αντόκου και της οικογένειας της μητέρας του έγινε το επικό ποίημα Η Ιστορία των Χεϊκέ. Ως μνημόσυνο χτίστηκε ο ναός Αμίντατζι. Αργότερα ο Αντόκου λατρεύτηκε ως Μίτζου-νο-κάμι, δηλαδή ως θεός των υδάτων. Όταν ο σιντοϊσμός έγινε επίσημη θρησκεία της Ιαπωνίας, ο βουδιστικός ναός Αμίντατζι εγκαταλήφθηκε και φτιάχτηκε στο Σιμονοσέκι το τέμενος Ακάμα στη μνήμη του Αντόκου.

σαν: είναι η πιο συνηθισμένη τιμητική προσφώνηση που δείχνει σεβασμό. Μπαίνει μετά από το όνομα, αντρικό ή γυναικείο, και έχει την έννοια του δυτικού κύριος ή κυρία.

σούτρα: κυριολεκτικά σημαίνει «νήμα που κρατάει τα πράγματα μαζί» και πιο μεταφορικά αναφέρεται σε αφορισμό ή σε συλλογή αφορισμών υπό μορφή εγχειριδίου. Τα σούτρα είναι απομνημονεύσιμα. Έναν από τους καλύτερους ορισμούς του σούτρα δίνει ένα σούτρα από το Vayu Purana: «Με τα λιγότερα ιδεογράμματα, σαφές, μεστό, κατανοητό, λιτό και χωρίς ψεγάδι· αυτός που ξέρει το σούτρα, ξέρει ότι είναι έτσι».

Copyright© Τέτη Σώλου, 2009 
All rights reserved


Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Τζίου-ρόκου-ζακουρά

από το Kwaidan (1904)
του Λευκάδιου Χερν

Στο Ουακεγκόρι, μια περιοχή στην επαρχία του Iγιό, υπάρχει μια πολύ παλιά και ονομαστή κερασιά, που λέγεται Τζίου-ρόκου-ζακουρά, δηλαδή «Κερασιά της δέκατης έκτης μέρας», γιατί κάθε χρόνο ανθίζει τη δέκατη έκτη μέρα του πρώτου μήνα –με το παλιό σεληνιακό ημερολόγιο– εκείνη τη μέρα ακριβώς –ούτε μια μέρα πριν ούτε μια μέρα μετά. Ανθίζει μέσα στο καταχείμωνο, παρ’ όλο που το φυσιολογικό για ένα κερασόδεντρο είναι να περιμένει την άνοιξη για να πετάξει μπουμπούκια. Αλλά η Τζίου-ρόκου-ζακουρά ανθίζει με ζωή που δεν είναι –ή τουλάχιστον αρχικά δεν ήταν– δική της. Μέσα σ’ αυτό το δέντρο υπάρχει το πνεύμα ενός ανθρώπου.

* * *

Ήταν ένας σαμουράι του Iγιό και το δέντρο μεγάλωνε στον κήπο του και άνθιζε τη συνηθισμένη εποχή, δηλαδή γύρω στο τέλος Μαρτίου με αρχές Απριλίου. Είχε παίξει κάτω από αυτό το δέντρο, όταν ήταν παιδί. Οι γονείς του, οι παππούδες του και οι πρόγονοί του κρεμούσαν στ’ ανθισμένα κλωνάρια του, για πάνω από εκατό χρόνια, χαρούμενες κορδέλες από χρωματιστό χαρτί, που είχαν γραμμένα επάνω τους ποίηματα και εγκώμια. Αυτός ο ίδιος είχε γεράσει πολύ, είχε ζήσει περισσότερο απ’ όλα τα παιδά του, και δεν του είχε απομείνει τίποτε άλλο ζωντανό στον κόσμο, εκτός από αυτό το δέντρο. Μα να! Κάποιο καλοκαίρι το δέντρο μαράθηκε και πέθανε.
Κατάκαρδα λυπήθηκε ο γέρος για το δέντρο του. Τότε ευγενικοί γείτονες βρήκαν ένα νεαρό και όμορφο κερασόδεντρο και το φύτεψαν στον κήπο του, ελπίζοντας ότι έτσι θα τον παρηγορήσουν. Τους ευχαρίστησε και προσποιήθηκε ότι ήταν ευτυχής. Αλλά η καρδιά του ήταν γεμάτη πόνο, γιατί αγαπούσε το γέρικο δέντρο τόσο πολύ, που τίποτα δεν μπορούσε να τον παρηγορήσει για τον χαμό του.
Στο τέλος ήρθε στο μυαλό του μια χαρούμενη σκέψη. Αναθυμήθηκε έναν τρόπο με τον οποίο το αφανισμένο δέντρο μπορούσε να σωθεί. (Ήταν η δέκατη έκτη μέρα του πρώτου μήνα.) Κατέβηκε στον κήπο του, υποκλίθηκε βαθιά μπροστά στο μαραμένο δέντρο και του μίλησε μ’ αυτά τα λόγια:
«Τώρα καταδέξου, σε θερμοπαρακαλώ, ν’ ανθίσεις και πάλι, γιατί θα πεθάνω εγώ στη θέση σου».

(Υπάρχει η δοξασία ότι κάποιος μπορεί να θυσιάσει τη ζωή του για κάποιο άλλο πρόσωπο ή πλάσμα ή ακόμα και δέντρο με τη χάρη των θεών. Η μεταφορά της ζωής εκφράζεται με τον όρο μιγκαουάρι νι τάτσου που σημαίνει «ενεργώ ως αντικαταστάτης».)

Έπειτα άπλωσε κάτω από το δέντρο ένα άσπρο ύφασμα και μερικά καλύμματα, κάθισε πάνω τους κι έκανε χαράκιρι σύμφωνα με το τυπικό των σαμουράι. Το πνεύμα του μπήκε στο δέντρο κι εκείνο άνθισε την ίδια στιγμή.
Και ανθίζει ακόμα κάθε χρόνο τη δέκατη έκτη μέρα του πρώτου μήνα –την εποχή του χιονιού.


© Μετάφραση: Τέτη Σώλου, 2009
All rights reserved