Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Κοττό-Ο τιμητικός πρόλογος του Μπον Κοϊζούμι

Ο προπάππος μου Λευκάδιος Χερν γεννήθηκε το 1850 στα Ιόνια Νησιά, στη Λευκάδα. Μεγάλωσε στην Ιρλανδία και στην Αγγλία και έζησε στη Γαλλία, στις Ηνωμένες Πολιτείες και στη Μαρτινίκα των Γαλλικών Ανατολικών Ινδιών προτού έρθει στην Ιαπωνία, σε ηλικία τριάντα εννέα χρόνων. Ο Χερν γύρισε ταξιδεύοντας τον μισό κόσμο, και ήταν εδώ, στην καρδιά της Άπω Ανατολής που εγκαταστάθηκε μόνιμα και εργάστηκε ως δάσκαλος αγγλικών και συγγραφέας μέχρι τον θάνατό του σε ηλικία πενήντα τεσσάρων χρόνων. Δεκαέξι από τα δημοσιευμένα έργα του γράφτηκαν κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Ιαπωνία. 
Η μητέρα του ήταν από τα Κύθηρα και ο Χερν αισθανόταν έντονη την απουσία της μετά τον αποχωρισμό τους, στα τέσσερά του χρόνια. Ο Χερν είχε βρετανική (ιρλανδική) υπηκοότητα, εν τούτοις στον κατάλογο επιβατών του πλοίου με το οποίο έφτασε ως μετανάστης στις Ηνωμένες Πολιτείες αναφέρεται η Ελλάδα ως χώρα καταγωγής του. Η βαθιά αγάπη του για την Ελλάδα φαίνεται στην επιστολή που έγραψε στον μικρότερο αδερφό του James. Αναφέρει ότι άντλησε όλες οι δυνάμεις του από το πνεύμα των αρχαίων Ελλήνων. Ο Χερν έβρισκε στοιχεία της Αρχαίας Ελλάδας στο Ματσουέ, που το αποκαλούσε πρωτεύουσα της επαρχίας των θεών.
Σ’ ένα γράμμα του στον φίλο του Basil Hall Chamberlain αναφέρει:
«Περισσότερο και περισσότερο και ακόμα περισσότερο αισθάνομαι και βλέπω την ομοιότητα ανάμεσα στην ιαπωνική ζωή, σκέψη και καλαισθησία με την Αρχαία Ελλάδα. Κάθε μέρα ανακαλύπτω κάτι στη ζωή γύρω μου παρόμοιο με την αρχαία ελληνική ζωή».
Ως δισέγγονος του Χερν είμαι ευτυχής γιατί για πρώτη φορά τρία έργα του έχουν μεταφραστεί ολοκληρωμένα στα ελληνικά από την Ελληνίδα καλλιτέχνη κυρία Τέτη Σώλου.
Το Japanese Miscellany (1901) και Kottō: Being Japanese Curios, with Sundry Cobwebs (1902) είναι διακριτικά και εκλεπτυσμένα έργα. Και τα δύο περιλαμβάνουν αφηγήσεις παραδοσιακών ιστοριών, περιγραφές, δοκίμια και στοχασμούς πάνω στο πνεύμα των απλών ανθρώπων.
Το πιο γνωστό κείμενο του Kottō είναι το «Κουσά-Χιμπαρί». Το κουσά-χιμπαρί είναι ένα είδος φθινοπωρινού τριζονιού, πολύ συνηθισμένου στην Ιαπωνία. Ο Χερν είχε ένα κουσά-χιμπαρί σ’ ένα κλουβί για έντομα. Είχε τοποθετήσει το κλουβί δίπλα του και απολάμβανε το τραγούδι του τριζονιού καθώς έγραφε. Σε αυτό το μικρό δοκίμιο, αναθυμάται τη διάθεση αυτού του εντόμου, που πέθανε όταν η υπηρέτρια ξέχασε μια μέρα να το ταΐσει. Σχετικά με τη συμπάθειά του για τα έντομα γράφει στο Insects and Greek Poetry ότι οι Ιάπωνες «εναρμονίζονται με τους αρχαίους Έλληνες αναγνωρίζοντας ότι η μουσική των εντόμων είναι ένα από τα μεγαλύτερα θέλγητρα της ζωής στο ύπαιθρο».
Το Kwaidan: Stories and Studies of Strange Things (1904) έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες. Παρουσιάζει αφηγήσεις ιαπωνικών ιστοριών με φαντάσματα, μία από τις οποίες, η «Μίμι-νάσι-Χόιτσι» (Χόιτσι ο κοψαύτης), μοιάζει με τον ελληνικό μύθο του Ορφέα.  Για τον Χερν οι αρχαίοι Έλληνες ήταν μεγάλοι φιλόσοφοι γεμάτοι ευτυχία και καλοσύνη. Εκατόν είκοσι χρόνια πριν ανακάλυψε ομοιότητες ανάμεσα στην Αρχαία Ελλάδα και σε πολλές πλευρές της ιαπωνικής ζωής.
Θέλω να ευχαριστήσω την κυρία Τέτη Σώλου για τον αγώνα της και ελπίζω ότι αυτά τα τρία έργα θα διαθοθούν και θα διαβάζονται ευρέως στην Ελλάδα για πολύ καιρό.  
Μπον Κοϊζούμι
Δισέγγονος του Λευκάδιου Χερν
Φεβρουάριος 2014, Ματσούε



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου